Τελευταίος αποχαιρετισμός πατέρας

Τελευταίος αποχαιρετισμός: Ο πατέρας μου

Γιώργος Θεοφίλης «28 Απριλίου 2022, 8.25 το βράδυ. Ήταν η τελευταία φορά». «Είσαι σίγουρος;». «Ήμουν εκεί μπαμπά. Πέρασα ώρες στο νοσοκομείο σκεπτόμενος αυτό το διήγημα. Το απευχόμουν. Παρακαλούσα το Θεό να μην το γράψω. Nα μας δώσει λίγο ακόμα. Δεν ξέρω αν μας το χρωστούσε. Η πένα μου θα μπορούσε να περιμένει πριν τη βουτήξω στο δάκρυ. Λίγο ακόμα». «Να όμως, Γιώργο, που η πένα σου ταλαντώνεται και το γράφεις». «Έχω διαβάσει μυθιστορήματα ανθρώπων που έχασαν τους αγαπημένους τους. Έχω παρακολουθήσει θεατρικές παραστάσεις δημιουργών που είχαν την ψυχαναλυτική ανάγκη να μιλήσουν για αυτούς που λάτρευαν. Είδα σε αυτούς τους καλλιτέχνες πως, την ύστατη ώρα, το μόνο που επιθυμούσαν ήταν να χρησιμοποιήσουν το λόγο, τη μνήμη και τη μυθοπλασία για να αφήσουν ένα και μοναδικό αποτύπωμα, την αγάπη για τον οικείο τους. Σήμερα κι εγώ, συντετριμμένος και συγκλονισμένος, βρέθηκα στην ίδια θέση. Μια θέση με βάρος ψυχής». «Πρέπει να ξέρεις, γιε μου, ότι η Ζωή δίνει και παίρνει. Είναι ένα θαύμα που ζούμε όπως και ένα θαύμα που αποβιώνουμε. Αυτό το θαύμα καλείσαι να διαχειριστείς, να σεβαστείς αλλά και να συνεχίσεις. Δεν είναι τυχαίο, είναι της Ζωοδόχου Πηγής, που σύμφωνα με το θρύλο είναι μια γιορτή ενός ναού που ανεγέρθη πλησίον μιας ιαματικής πηγής, με οικοδομικά υλικά μάλιστα που περίσσευσαν από την κατασκευή της μεγαλοπρεπούς Αγίας Σοφίας. Η ίαση στη δική σου περίπτωση είναι ίαση της καρδιάς. Η ίαση είναι το θαύμα». «Ξέρεις, μπαμπά, τη στιγμή του θρήνου αντιλαμβάνεσαι το μεγαλείο της Ζωής. Η απώλεια είναι ένα ράπισμα του Θεού. Σε σφίγγει στα στήθια καθώς αναλογίζεσαι αν τίμησες τον άνθρωπό σου, αν έζησες δίπλα του, κι αν πρόσφερες περισσότερη χαρά από λύπη. Η στιγμή του χαμού αποτελεί μια παλάντζα στην οποία ζυγίζονται η ευτυχία με τη δυστυχία. Στην πραγματικότητα όπου και να γέρνει ο ζυγός, ο πόνος είναι ίδιος. Απλώς, ο πόνος χρειάζεται να μεταμορφωθεί, να πλαστεί σαν καλοδουλεμένος πηλός, να λαξευτεί σαν πεντελικό μάρμαρο και να εξωτερικευθεί σαν βοή που θα γιατρέψει τη βασανισμένη ψυχή. Η απώλεια και ο πόνος είναι παντοτινά, η μεταμόρφωσή τους είναι μια διηνεκής μάχη ζωής». «Ωραία τα λες Γιώργο. Έχεις διαβάσει και πολλούς συγγραφείς. Γνωρίζεις και τα αποφθέγματά τους». «Όχι μπαμπά. Σε αυτό το κείμενο τα λόγια μου και τα λόγια σου είναι όλα δικά μου δημιουργήματα. Τα γράφω αποκλειστικά για τον τελευταίο αποχαιρετισμό μας. Θα μιλήσουμε για αγαπημένα πράγματα, θα φιλοσοφήσουμε, ίσως πούμε και αστεία. Το κείμενο αυτό είναι ο δικός μου φόρος τιμής. Ο ύστατος χαιρετισμός. Αν έχεις καταλάβει, δεν θα ξανασυναντηθούμε». «Αισθάνομαι ότι έχω ένα ταξίδι να κάνω. Πού βρισκόμαστε;». «Ο δρόμος προς τον παράδεισο ξεκινά από μια πόρτα, μια Πύλη. Είμαστε μπροστά στην Πύλη του Γαλερίου, στην αγαπημένη σου Θεσσαλονίκη». «Καιρό έχω να έρθω. Είναι ωραία φωτισμένη το βράδυ». «Είναι η τελευταία μας συνομιλία, σούρουπο είναι ακόμα, έχουμε χρόνο μέχρι την ανατολή. Η Πύλη του Γαλερίου ας είναι το πέρασμα στην άλλη ζωή, σημειωτικό και συνδηλούμενο. Άλλωστε η ίδια η ζωή μάς ανοίγει πόρτες και μας φέρνει συνέχεια μπροστά σε σταυροδρόμια. Διάλεξα αυτό το αρχιτεκτονικό μνημείο, ανάμνηση των όμορφων ταξιδιών μας στην αγαπημένη σου συμπρωτεύουσα». «Πραγματικά, η πύλη που επέλεξες είναι ένα από τα ομορφότερα σημεία της Θεσσαλονίκης. Η Θριαμβική Αψίδα του Γαλερίου, γνωστή και ως Καμάρα, στην πάνω πλευρά της οδού Εγνατίας, είναι κτίσμα της εποχής της Ρωμαϊκής «Τετραρχίας», περίπου στις αρχές του 4ου μ.Χ. αιώνα. Αποτελεί το δυτικό σκέλος μίας στεγασμένης στοάς με αψίδες και τόξα, μέρος των Ρωμαϊκών Ανάκτορων του λεγόμενου Γαλεριανού συγκροτήματος και η οποία κατασκευάστηκε για να τιμηθεί ο νικητής Ρωμαίος Αυτοκράτορας Γαλέριος, μετά τους πολέμους του εναντίων των Περσών. Η Ζωή, άλλωστε, ξεκινά και τελειώνει σε μια Πύλη». «Πάντα θα θυμάμαι το πόσο σου άρεσε ο πατσάς αλλά και τις διαδρομές στα σοκάκια της «Νύφης του Θερμαϊκού» για να βρούμε ένα πατσατζίδικο με τις χαρακτηριστικές μυρωδιές από το ξύδι, το σκόρδο, το μπούκοβο, αλλά και τα ξύλινα μαγειρικά εργαλεία και το μεγάλο χάλκινο καζάνι που έβραζαν αυτό το αληθινό φαγητό της φτωχολογιάς». «Γιώργο, η μνήμη είναι αυτή που θα με κρατήσει ζωντανό στην καρδιά σου, αυτή που θα με κρατά δίπλα σου σαν φύλακα-άγγελο, αυτή που θα με φέρνει στα όνειρά σου. Και η μνήμη έχει πολλές αισθήσεις, όραση και όσφρηση από τη μια, γεύση από την άλλη. Η ζωή είναι ένα αέναο ταξίδι, απλά πάρε τη βάρκα των επιθυμιών σου και απέπλευσε στο αρχιπέλαγος. Το μαϊστράλι των βιωμάτων και των σπουδών σου θα σε οδηγήσει. Εγώ θα είμαι ο αστερισμός για να φωτίζω, ως πυξίδα, το σκοτεινό ουρανό» «Ποιητικός έγινες μπαμπά». «Μου βάζεις στο στόμα μου όμορφα λόγια για να σε καθοδηγήσω. Το κουπί όμως του πλεούμενού σου θα το έχεις εσύ. Η τρικυμία και η θαλασσοταραχή που νιώθεις, θα κοπάσει με το χρόνο, θα καταλαγιάσει ο πόνος. Και θα πρέπει να κάνεις κουπί, να βάλεις πλώρη, έχεις κάνει τόσα πράγματα. Η ανατολή του ήλιου, ας είναι ο οίστρος της δημιουργίας και η δύση του, η νηνεμία του καθημερινού σου κόπου. Ο κόπος και ο μόχθος είναι ο θησαυρός που κουβαλάς στην τράτα σου». «Θα έλεγα, μπαμπά μου, πως η οργιώδης φύση, τα δέντρα και τα λουλούδια, θα μπορούσε να είναι μια διδαχή, ένα μονοπάτι για να ακολουθήσω, όταν συνειδητοποιήσω το μέγεθος της απώλειάς σου». «Ίσως η απώλεια να μην μετρά στη φύση. Η ενέργεια με την οποία περικλείονται όλη η χλωρίδα και η πανίδα του πλανήτη, αναπαράγεται συνεχώς, συσσωρεύεται και εκλύεται, ενώ ταυτόχρονα επιστρέφεται με τη μορφή του καινούργιου. Η φύση πάντα έχει να μας δώσει, το νέο και το διαφορετικό. Απλά ακολούθησέ την». «Μπαμπά την αγαπούσες τη φύση, εκείνη τη θεοκρατική που ταυτιζόταν με το υπερπέραν και το ανώτερο. Η φύση είναι μια υπερδύναμη που καθορίζει τη ζωή μας, την ισορροπία του χωροχρόνου μας. Αυτή είναι που σε οδηγούσε στην ευτυχία. Γνώριζες καλά να κλαδεύεις, να μπολιάζεις, να φυτεύεις το σπόρο, εκείνο που θα μεταλαμπαδεύσει ζωή πάνω από όλα στην καρδιά. Γιατί ναι, η Φύση είναι Ψυχή». «Η αλήθεια, γιέ μου, είναι ότι και ο ίδιος ο Θεός αντλεί τη δύναμή του από τη Φύση. Ο Θεός καλείται υπερουράνιος, παντοκράτορας, αντιπροσωπεύει το συνολικό και εκφράζει μια ολιστική διάσταση του φυσικού περιβάλλοντος.

Γιώργος Θεοφίλης

«28 Απριλίου 2022, 8.25 το βράδυ. Ήταν η τελευταία φορά».

«Είσαι σίγουρος;».

«Ήμουν εκεί μπαμπά. Πέρασα ώρες στο νοσοκομείο σκεπτόμενος αυτό το διήγημα. Το απευχόμουν. Παρακαλούσα το Θεό να μην το γράψω. Nα μας δώσει λίγο ακόμα. Δεν ξέρω αν μας το χρωστούσε. Η πένα μου θα μπορούσε να περιμένει πριν τη βουτήξω στο δάκρυ. Λίγο ακόμα».

«Να όμως, Γιώργο, που η πένα σου ταλαντώνεται και το γράφεις».

«Έχω διαβάσει μυθιστορήματα ανθρώπων που έχασαν τους αγαπημένους τους. Έχω παρακολουθήσει θεατρικές παραστάσεις δημιουργών που είχαν την ψυχαναλυτική ανάγκη να μιλήσουν για αυτούς που λάτρευαν. Είδα σε αυτούς τους καλλιτέχνες πως, την ύστατη ώρα, το μόνο που επιθυμούσαν ήταν να χρησιμοποιήσουν το λόγο, τη μνήμη και τη μυθοπλασία για να αφήσουν ένα και μοναδικό αποτύπωμα, την αγάπη για τον οικείο τους. Σήμερα κι εγώ, συντετριμμένος και συγκλονισμένος, βρέθηκα στην ίδια θέση. Μια θέση με βάρος ψυχής».

«Πρέπει να ξέρεις, γιε μου, ότι η Ζωή δίνει και παίρνει. Είναι ένα θαύμα που ζούμε όπως και ένα θαύμα που αποβιώνουμε. Αυτό το θαύμα καλείσαι να διαχειριστείς, να σεβαστείς αλλά και να συνεχίσεις. Δεν είναι τυχαίο, είναι της Ζωοδόχου Πηγής, που σύμφωνα με το θρύλο είναι μια γιορτή ενός ναού που ανεγέρθη πλησίον μιας ιαματικής πηγής, με οικοδομικά υλικά μάλιστα που περίσσευσαν από την κατασκευή της μεγαλοπρεπούς Αγίας Σοφίας. Η ίαση στη δική σου περίπτωση είναι ίαση της καρδιάς. Η ίαση είναι το θαύμα».

«Ξέρεις, μπαμπά, τη στιγμή του θρήνου αντιλαμβάνεσαι το μεγαλείο της Ζωής. Η απώλεια είναι ένα ράπισμα του Θεού. Σε σφίγγει στα στήθια καθώς αναλογίζεσαι αν τίμησες τον άνθρωπό σου, αν έζησες δίπλα του, κι αν πρόσφερες περισσότερη χαρά από λύπη. Η στιγμή του χαμού αποτελεί μια παλάντζα στην οποία ζυγίζονται η ευτυχία με τη δυστυχία. Στην πραγματικότητα όπου και να γέρνει ο ζυγός, ο πόνος είναι ίδιος. Απλώς, ο πόνος χρειάζεται να μεταμορφωθεί, να πλαστεί σαν καλοδουλεμένος πηλός, να λαξευτεί σαν πεντελικό μάρμαρο και να εξωτερικευθεί σαν βοή που θα γιατρέψει τη βασανισμένη ψυχή. Η απώλεια και ο πόνος είναι παντοτινά, η μεταμόρφωσή τους είναι μια διηνεκής μάχη ζωής».

«Ωραία τα λες Γιώργο. Έχεις διαβάσει και πολλούς συγγραφείς. Γνωρίζεις και τα αποφθέγματά τους».

«Όχι μπαμπά. Σε αυτό το κείμενο τα λόγια μου και τα λόγια σου είναι όλα δικά μου δημιουργήματα. Τα γράφω αποκλειστικά για τον τελευταίο αποχαιρετισμό μας. Θα μιλήσουμε για αγαπημένα πράγματα, θα φιλοσοφήσουμε, ίσως πούμε και αστεία. Το κείμενο αυτό είναι ο δικός μου φόρος τιμής. Ο ύστατος χαιρετισμός. Αν έχεις καταλάβει, δεν θα ξανασυναντηθούμε».

«Αισθάνομαι ότι έχω ένα ταξίδι να κάνω. Πού βρισκόμαστε;».

«Ο δρόμος προς τον παράδεισο ξεκινά από μια πόρτα, μια Πύλη. Είμαστε μπροστά στην Πύλη του Γαλερίου, στην αγαπημένη σου Θεσσαλονίκη».

«Καιρό έχω να έρθω. Είναι ωραία φωτισμένη το βράδυ».

«Είναι η τελευταία μας συνομιλία, σούρουπο είναι ακόμα, έχουμε χρόνο μέχρι την ανατολή. Η Πύλη του Γαλερίου ας είναι το πέρασμα στην άλλη ζωή, σημειωτικό και συνδηλούμενο. Άλλωστε η ίδια η ζωή μάς ανοίγει πόρτες και μας φέρνει συνέχεια μπροστά σε σταυροδρόμια. Διάλεξα αυτό το αρχιτεκτονικό μνημείο, ανάμνηση των όμορφων ταξιδιών μας στην αγαπημένη σου συμπρωτεύουσα».

«Πραγματικά, η πύλη που επέλεξες είναι ένα από τα ομορφότερα σημεία της Θεσσαλονίκης. Η Θριαμβική Αψίδα του Γαλερίου, γνωστή και ως Καμάρα, στην πάνω πλευρά της οδού Εγνατίας, είναι κτίσμα της εποχής της Ρωμαϊκής «Τετραρχίας», περίπου στις αρχές του 4ου μ.Χ. αιώνα. Αποτελεί το δυτικό σκέλος μίας στεγασμένης στοάς με αψίδες και τόξα, μέρος των Ρωμαϊκών Ανάκτορων του λεγόμενου Γαλεριανού συγκροτήματος και η οποία κατασκευάστηκε για να τιμηθεί ο νικητής Ρωμαίος Αυτοκράτορας Γαλέριος, μετά τους πολέμους του εναντίων των Περσών. Η Ζωή, άλλωστε, ξεκινά και τελειώνει σε μια Πύλη».

Αψίδα του Γαλερίου, Θεσσαλονίκη

«Πάντα θα θυμάμαι το πόσο σου άρεσε ο πατσάς αλλά και τις διαδρομές στα σοκάκια της «Νύφης του Θερμαϊκού» για να βρούμε ένα πατσατζίδικο με τις χαρακτηριστικές μυρωδιές από το ξύδι, το σκόρδο, το μπούκοβο, αλλά και τα ξύλινα μαγειρικά εργαλεία και το μεγάλο χάλκινο καζάνι που έβραζαν αυτό το αληθινό φαγητό της φτωχολογιάς».

«Γιώργο, η μνήμη είναι αυτή που θα με κρατήσει ζωντανό στην καρδιά σου, αυτή που θα με κρατά δίπλα σου σαν φύλακα-άγγελο, αυτή που θα με φέρνει στα όνειρά σου. Και η μνήμη έχει πολλές αισθήσεις, όραση και όσφρηση από τη μια, γεύση από την άλλη. Η ζωή είναι ένα αέναο ταξίδι, απλά πάρε τη βάρκα των επιθυμιών σου και απέπλευσε στο αρχιπέλαγος. Το μαϊστράλι των βιωμάτων και των σπουδών σου θα σε οδηγήσει. Εγώ θα είμαι ο αστερισμός για να φωτίζω, ως πυξίδα, το σκοτεινό ουρανό»

«Ποιητικός έγινες μπαμπά».

«Μου βάζεις στο στόμα μου όμορφα λόγια για να σε καθοδηγήσω. Το κουπί όμως του πλεούμενού σου θα το έχεις εσύ. Η τρικυμία και η θαλασσοταραχή που νιώθεις, θα κοπάσει με το χρόνο, θα καταλαγιάσει ο πόνος. Και θα πρέπει να κάνεις κουπί, να βάλεις πλώρη, έχεις κάνει τόσα πράγματα. Η ανατολή του ήλιου, ας είναι ο οίστρος της δημιουργίας και η δύση του, η νηνεμία του καθημερινού σου κόπου. Ο κόπος και ο μόχθος είναι ο θησαυρός που κουβαλάς στην τράτα σου».

«Θα έλεγα, μπαμπά μου, πως η οργιώδης φύση, τα δέντρα και τα λουλούδια, θα μπορούσε να είναι μια διδαχή, ένα μονοπάτι για να ακολουθήσω, όταν συνειδητοποιήσω το μέγεθος της απώλειάς σου».

«Ίσως η απώλεια να μην μετρά στη φύση. Η ενέργεια με την οποία περικλείονται όλη η χλωρίδα και η πανίδα του πλανήτη, αναπαράγεται συνεχώς, συσσωρεύεται και εκλύεται, ενώ ταυτόχρονα επιστρέφεται με τη μορφή του καινούργιου. Η φύση πάντα έχει να μας δώσει, το νέο και το διαφορετικό. Απλά ακολούθησέ την».

«Μπαμπά την αγαπούσες τη φύση, εκείνη τη θεοκρατική που ταυτιζόταν με το υπερπέραν και το ανώτερο. Η φύση είναι μια υπερδύναμη που καθορίζει τη ζωή μας, την ισορροπία του χωροχρόνου μας. Αυτή είναι που σε οδηγούσε στην ευτυχία. Γνώριζες καλά να κλαδεύεις, να μπολιάζεις, να φυτεύεις το σπόρο, εκείνο που θα μεταλαμπαδεύσει ζωή πάνω από όλα στην καρδιά. Γιατί ναι, η Φύση είναι Ψυχή».

«Η αλήθεια, γιέ μου, είναι ότι και ο ίδιος ο Θεός αντλεί τη δύναμή του από τη Φύση. Ο Θεός καλείται υπερουράνιος, παντοκράτορας, αντιπροσωπεύει το συνολικό και εκφράζει μια ολιστική διάσταση του φυσικού περιβάλλοντος. Η Φύση όπως και ο ίδιος ο Θεός είναι ένα σύμπλεγμα πολλαπλών κβαντικών διαστάσεων».

«Τί κι αν σε παίρνει μακριά μας ο Θεός, τί κι αν σε παίρνει η Φύση. Δεν με νοιάζει η διάσταση στην οποία θα βρεθείς. Η θνητότητα και η φθαρτότητα πονούν τώρα πια».

«Γιώργο, ίσως θα πρέπει να αναλογιστείς το πολυδιάστατο των «Νούφαρων» του Claude Monet, αυτού του ιμπρεσιονιστή ζωγράφου που τόσο αγαπάς. Στο Ζιβερνί, το θαυμαστό κήπο του Μονέ, στον οποίο φυτεύτηκαν και ζωγραφίστηκαν τα «Νούφαρα», ο ίδιος δημιούργησε τη φύση και ζωγράφισε τον ίδιο το Θεό. Μην ξεχνάς ότι τα «Νούφαρα» δωρίστηκαν στη γαλλική κυβέρνηση το 1918 ως σύμβολο ειρήνης. Το ερώτημα που τίθεται είναι αν σε ένα κόσμο βίαιο και πολεμοχαρή, η ειρήνη είναι απαίτηση της Φύσης ή του Θεού».

«Ίσως να είναι και απαίτηση του ανθρώπου. Εκείνου που σέβεται το μεγαλείο τόσο της Φύσης όσο και του Θεού».

Λίμνη με νούφαρα κάτω από γέφυρα με δέντρα στο βάθος – Claude Monet

«Δεν πρέπει να ξεχνάς ότι ο Θεός είναι ευγενικός, όπως πρέπει να είναι και ο ίδιος ο άνθρωπος, στο λέει ο πατέρας σου».

«Φυσικά, μπαμπά, θα θυμάμαι για πάντα τις αρχές της ευγένειας που ανέφερες πάντα στο κυριακάτικο τραπέζι. Σε αυτό, που στρωμένο με όλα τα καλούδια, μας μάθαινες τρόπους καλής συμπεριφοράς. Να σου πω την αλήθεια, σε εκείνη την εύθραυστη παιδική ηλικία, φαίνονταν αχρείαστοι, ένα χάσιμο χρόνου».

«Η ευγένεια χαρακτηρίζει τον άνθρωπο. Το διακρίνει από τη χυδαιότητα και το άξεστο. Η αγένεια είναι απόρροια απαιδευσιάς. Αντίθετα η πραγματική καλλιέργεια δεν επέρχεται με τις σπουδές και τα πτυχία. Φαίνεται στην ευγένεια της Ψυχής, εκείνου του καθρέφτη που χρειάζεται να δείχνεις στον κόσμο, είτε είσαι λυπημένος, είτε χαρούμενος. Ενός καθρέφτη που απέχει μακράν από το Νάρκισσο του Λακάν και προσομοιάζει με τον ονειρικό καθρέφτη του δασκάλου σου, του ζωγράφου Μυταρά».

«Ζούμε σε ένα κόσμο που υποτιμά όχι μόνο τις γυναίκες αλλά και τον ίδιο τον άνθρωπο. Γυναικοκτονίες και μισογυνισμός. Ο Μυταράς ζωγραφίζοντας τις γυναίκες, ζωγράφισε τον ίδιο τον άνθρωπο. Και ακόμα περισσότερο ζωγράφισε τον πολιτισμό. Έναν πολιτισμό στον οποίο κυριαρχούν τα συμπληρωματικά χρώματα, που πρωτοστατεί η παλέτα των βασικών χρωμάτων και η φωτοσκίαση πυροδοτεί μια χρωματική έκρηξη».

«Αυτό ακριβώς Γιώργο. Για το Μυταρά το χρώμα είναι η εικονοκλαστική αναπαράσταση της ευγένειας. Ο σεβασμός στον πολιτισμό του γυναικείου φύλου, εκείνου που στα σπλάχνα του θρέφει τη ζωή».

Καθρέφτης 1987 – Δημήτρης Μυταράς

«Ο ίδιος ο Μυταράς δεν γνώρισε ποτέ μητέρα. Αγάπησε όμως τόσο όλες τις μητέρες του κόσμου. Για αυτό τις ζωγράφισε με ευγένεια. Εμείς μπαμπά ήμασταν τυχεροί, μας χάρισες την γλυκύτερη μητέρα του κόσμου».

«Δεν πρέπει να λησμονείς, γιόκα μου, το γνωστικό αντικείμενο της μητέρας σου. Η μαμά μας είναι μαία. Μια μάνα που συμπαραστέκεται, ενθαρρύνει, γιατρεύει τις γυναίκες σε ενδιαφέρουσα. Αυτές τις γυναίκες που κυοφορούν στον κόσμο το παιδί τους. Η μητέρα σου έχει μάθει να σέβεται την εγκυμονούσα επομένως να σέβεται και το έμβρυο. Έχει μάθει να αγαπά τη ζωή από το πρωτόλειο στάδιο, εκεί που η ζωή φύεται ακατέργαστη».

«Μπαμπά, η μαμά μοιάζει στα μάτια μου όπως στα μάτια κάθε μικρού παιδιού, μια προστάτιδα. Φαντάζει σαν τη Μαντόνα, την Παναγιά, την Παρθένο του Filippino Lippi. Αυτού του αναγεννησιακού ζωγράφου, που ήταν παιδί νόθο, αλλά λάτρεψε τη Μάνα όσο κανένας. Δεν πρόκειται να ξεχάσω την Παναγιά που θηλάζει στο φημισμένο έργο του, η Παρθένος και το Θείο Βρέφος με τους Αγίους, Ιερώνυμο και Δομήνικο».

«Η συζήτηση, αυτή η τελευταία κουβέντα μας, επανέρχεται στο θεοσοφικό της πλαίσιο. Η Παναγιά μπορεί να θηλάσει. Θηλάζει τη Ζωή. Το άφθαρτο θηλάζει το φθαρτό. Το μητρικό γάλα είναι σύμβολο του καρπού, της συνέχειας αλλά και του καινούργιου. Γιώργο, είμαστε ομόκεντροι κύκλοι μέσα σε μια οικογένεια. Η τομή είναι το γονιδιακό μας υλικό που μοιάζει και συμπεριφέρεται ανάλογα. Το υπόλοιπο πέραν του τέμνοντα χώρου, είναι η ελευθερία που έχουμε να εκφραζόμαστε αυτόβουλα, τα φτερά που ανοίγουμε για να πετάξουμε στο άγνωστο, να εξερευνήσουμε το απρόσμενο».

«Η ελευθερία ξεκινά από το θηλασμό. Ο θηλασμός φέρνει τη γαλούχηση. Και μετά έρχονται τα σταυροδρόμια, οι επιλογές, τα λάθη και οι αποτυχίες. Ίσως στη Ζωή, η πιο μεγάλη επιτυχία είναι να υπάρχει Ζωή. Μπαμπά φεύγεις και μαραζώνει ο νους μου. Αυτός που πάντα φιλοσοφούσε το υπαρκτό. Με ποιό τρόπο θα πρέπει τώρα να συμφιλιωθώ με το Θάνατο; Με ποιό τρόπο θα μπορούσα να συναινέσω πνευματικά στην απώλεια; Ποιά Παναγιά θα μπορούσε να με παρηγορήσει;».

Η Παρθένος και το Θείο Βρέφος με τους Αγίους Ιερώνυμο και Δομήνικο – Filippino Lippi

«Γιε μου, την απάντηση σε αυτά τα ερωτήματα τη δίνει ο χρόνος. Είναι η ιαματική πηγή στην οποία λούζεσαι τον πόνο και τον εξαγνίζεις. Ο χρόνος αποτελεί τη διδιάστατη φύση του πόνου. Η μία διάσταση είναι η μικροβιακή, αυτή που σε μολύνει και υποφέρεις. Η άλλη είναι το αντιβιοτικό, το αντίδοτο, αυτό που μετατρέπει την οδύνη σε μόρφωμα εξέλιξης και πνευματικής αναπαραγωγής».

«Μιλάς με αρχοντιά μπαμπά. Πάντα θαύμαζα το αρχοντικό σου χαρακτήρα».

«Η αρχοντιά είναι χαρακτηριστικό του φτωχού. Αυτού που όμως έχει το μεγαλείο της ευγένειας. Η αριστοκρατικότητα έχει να κάνει με την επιδίωξη του αρίστου».

«Πώ πω μπαμπά, απεχθάνομαι την τελειοθηρία».

«Γιώργο ακριβώς το αντίθετο. Το άριστο είναι αυτό που μας κάνει να αισθανόμαστε ευλογημένοι, ίσως και ευτυχισμένοι, όχι όμως τέλειοι. Η τελειότητα είναι ουτοπία».

«Πάντα μου άρεσε το απόφθεγμα ότι τέλειος δεν είναι καν και ο ίδιος ο Θεός».

«Τα ψεγάδια της ύπαρξης ομορφαίνουν τον άνθρωπο. Είναι αυτά που χρειάζεται να επεξεργαστούμε και να αναψηλαφήσουμε. Το άριστο είναι ο προσωπικός μας μύθος, η εναρμόνιση με την ευγένεια».

«Στο παρεκκλήσιο της Παναγίας της Άμωμης Σύλληψης, στον καθεδρικό ναό του Αγίου Θωμά στο Τολέδο της Ισπανίας, βρίσκεται ένα έργο, αντάξιο της αρχοντιάς σου μπαμπά».

«Αλήθεια;»

«Είναι η Ταφή του Κόμη Οργκάθ, του Δομήνικου Θεοτοκόπουλου. Αφορά το μύθο του Κόμη Οργκάθ, φιλάνθρωπου και ευεργέτη της ομώνυμης πόλης, κατά τον οποίο όταν οι ιερείς ετοιμάζονταν να τον θάψουν έγινε ένα ανήκουστο θαύμα: o Αγιος Στέφανος και ο Άγιος Αυγουστίνος κατέβηκαν από τον ουρανό και τον ενταφίασαν με τα ίδια τους τα χέρια».

«Γνωρίζω ότι η χρωματική αρμονία της Ταφής του Κόμη του Οργκάθ φτάνει σε αξεπέραστο πλούτο, εκφραστικότητα και ακτινοβολία».

«Αυτό που ξεχωρίζει όμως, μπαμπά σε αυτό το εικαστικό έργο είναι το θέμα και η σύνθεση που βρίσκεται σε δύο επίπεδα, το επίγειο τμήμα με τη νεκρώσιμη ακολουθία μαζί με το θαύμα της ταφής και το ανώτερο τμήμα της επουράνιας δόξας Το επίγειο τμήμα της σύνθεσης ο κρητικός ζωγράφος το ερμήνευσε ρεαλιστικά σαν μια νυκτερινή νεκρώσιμη ακολουθία, σαν ένα requiem,. Στην τελετή παρίστανται ευγενείς πολίτες του Τολέδο, ντυμένοι με τη σύγχρονη μαύρη φορεσιά, φωτισμένη μονάχα από την άσπρη τραχηλιά και το λευκό περικάρπιο. Στο πάνω μέρος, το επουράνιο, τα γκρίζα σύννεφα με τους ιριδίζοντες τόνους, παραμερίζουν για να αποκαλύψουν την υποδοχή του δικαίου στον Παράδεισο».

«Προτείνεις ένα τέτοιο θαύμα;»

«Το διήγημα που γράφω μπαμπά είναι καθαρά υπαρξιακό. Μιλά κυρίως για την ανάγκη ο λόγος να γίνει παρακαταθήκη της αγάπης μου για σένα. Όπως σου είπα δεν είμαι ο πρώτος που το κάνει. Απλώς με αυτήν την αρχοντιά θέλησα να σε αποχαιρετίσω. Μια αρχοντιά με εικαστικό και ιστορικό υπόβαθρο η οποία υπαινίσσεται τη ζωή που μου χάρισες, Μια ζωή γεμάτη ταξίδια, πολλές ξένες γλώσσες και πολυποίκιλους ακαδημαϊκούς χώρους στους οποίους βίωσα ό,τι λαχταρούσε η ψυχή μου. Το επίγειο από το επουράνιο δυστυχώς για εμάς αυτή τη στιγμή έχει τη χρονική απόσταση μεταξύ δύσης και ανατολής».

Η ταφή του κόμη του Οργκάθ – Δομήνικος Θεοτοκόπουλος

«Μην ανησυχείς Γιώργο, με το χάραμα του ήλιου θα βρεθώ στον παράδεισο».

«Μπαμπά μόνο για αυτό είμαι σίγουρος».

«Το λες αυτό γιατί θεωρείς ότι ο παράδεισος είναι σαν το ουράνιο τόξο, μια συστοιχία χρωμάτων και μοτίβων».

«Φυσικά, γνωρίζω και σε ποιο έργο απεικονίζεται».

«Υπάρχει, Γιώργο, θνητό έργο που φιλοσοφεί τον παράδεισο; Με εκπλήσσεις».

«Για μένα μπαμπά, ο Παράδεισος είναι η Έναστρη Νύχτα του Vincent Van Gogh. Αποτυπώνει τον πόνο όπως τον αντιλαμβανόταν, ένας ασθενής που νοσούσε ψυχικά, μέσα από την κλινική που νοσηλευόταν. Αυτός ο άνθρωπος ήταν ένας από τους μεγαλύτερους καλλιτέχνες που ανέδειξε η ιστορία της τέχνης. Και μας έδωσε έναν παράδεισο για τον οποίο κανείς δεν μπορεί να πει με σιγουριά αν είναι επίγειος ή επουράνιος».

Έναστρη Νύχτα – Vincent Van Gogh

«Η αλήθεια είναι ότι ο παράδεισος που μου παρουσιάζεις είναι μια οπτική. Ένας τρόπος να δούμε την πλάση, μια μορφή πηλού με την οποία μπορούμε να σμιλέψουμε την ύπαρξή μας για να μάθει να αφουγκράζεται τα θαύματα που συμβαίνουν καθημερινά τριγύρω μας».

«Αυτή είναι η έναστρη νύχτα, μια γήινη και ταυτόχρονα θεϊκή γιορτή. Ένα πανηγύρι της Φύσης».

«Αυτό να κάνεις, αγαπημένε μου γιε, τώρα που τελειώνει ο χρόνος. Να βλέπεις πιο συχνά τον Ουρανό φωτισμένο. Εκεί ψηλά θα με αγναντεύεις και θα σε αγναντεύω. Ο Παράδεισος έχει τη μορφή που του δίνουμε. Για άλλους είναι ένα ταξίδι, για κάποιους αρχοντιά και ευγένεια, για μερικούς σαν και σένα μια πινελιά ή ακόμα και κάμποσες πινελιές».

«Βλέπω την πρώτη αναιμική δεσμίδα φωτός από τη χαραυγή. Μπαμπά μου, ο χρόνος τελειώνει».

«Είσαι σίγουρος ότι ο χρόνος μας τελειώνει;».

«Έχει να κάνει με την έννοια που δίνεις στο χρόνο».

«Γιώργο, ο χρόνος είναι βιώματα και αναμνήσεις που το μνημονικό αποθηκεύει και κρατά εγκιβωτισμένα σαν ανεκτίμητα κειμήλια. Ζήσαμε τόσα πράγματα μαζί. Χαρήκαμε και λυπηθήκαμε, πονέσαμε και ευτυχήσαμε, πεινάσαμε και χορτάσαμε. Μια ζωή γεμάτη, είναι μια ζωή φτασμένη».

«Η ανατολή του ήλιου έχει κι αυτή μορφή πίνακα».

«Το τελευταίο πίνακα του ταξιδιού μου στο υπερπέραν, αυτό που θα ολοκληρώσει την πινακοθήκη του αποχαιρετισμού σου Γιώργο, θα τον διαλέξω εγώ».

«Κάντο αρκεί να είναι του γούστου μου».

«Θα το προσπαθήσω. Βλέπω μπροστά μου την Εντύπωση, Ανατέλλων Ήλιος, του Claude Monet. Βάρκες να πλέουν με την προσμονή ενός περάσματος, τη στιγμή που ανατέλλει ένας εκτυφλωτικά πύρινος ήλιος, Η σημειωτική που σου αρέσει σε όλο της το μεγαλείο. Ο προορισμός άγνωστος, το κατευόδιο εύηχο. Η Πύλη ορατή, κάπου ανάμεσα στο βαθύ γαλάζιο της θάλασσας και το απέραντο της ανατολής».

Εντύπωση, ανατέλλων ήλιος – Claude Monet

«Φέγγει και πρέπει να φύγεις μπαμπά. Δεν ξέρω αν θα ήμουν αχάριστος να ζητήσω λίγο περισσότερο από αυτό που είχα. Τα συναισθήματα δεν έχουν κλίμακα, ο άνθρωπος από τη φύση του ζητά».

«Έχεις μπροστά σου μια ολάκερη ζωή να ζητήσεις. Μόνο που πρέπει να ζητήσεις από τον εαυτό σου».

«Αν ζητήσω παρελθόν, ίσως διακυβεύσω το μέλλον. Κι αν αγνοήσω το παρελθόν, το μέλλον γίνεται αναξιόπιστο».

«Γιώργο συνέχισε να κάνεις αυτό που σε οδηγεί στην οποιαδήποτε ψυχική κάθαρση».

«Έχω ακόμη όλες τις πένες Parker που μου δώρισες μικρός. Μακάρι αυτό το διαλογικό παραμύθι που γράφω, για μικρούς και μεγάλους, να δώσει έμπνευση σε όσους δεν αντέχουν το θρήνο και να δώσει φώτιση σε αυτούς που μετουσιώνουν το πένθος σε κάλλος και ήθος»

«Φρόντισε τότε το μελάνι σου να μην τελειώσει».

«Κάποια στιγμή, πατερούλη, θα τελειώσει το μελάνι. Όλα στη ζωή τελειώνουν. Σου υπόσχομαι όμως να μην στεγνώσει».

«Ο δρόμος στο άλλο ξεκινά. Είναι ένα μονοπάτι που θα το διαβώ. Η μετάβαση από τη Ζωή στο Θάνατο, είναι μια αντανάκλαση της διαδρομής που διαγράψαμε όλα αυτά τα χρόνια. Και παίρνω μαζί μου τις αναμνήσεις της συζύγου μου και των παιδιών μου. Για μένα όλα αυτά που βιώσαμε χαράσσονται στην αιωνιότητα. Αυτές τις μέρες, που ψάλλονται αναστάσιμα λόγια στις εκκλησιές, αποχωρώ με ελπίδα. Η Ανάσταση που προσμένουμε μπορεί να είναι μια ουτοπία. Αυτήν την ουτοπία βιώνουμε ως θαύμα. Γιατί η Ανάσταση είναι το θαύμα της καθημερινής αγάπης. Κι εγώ σε όλη μου τη ζωή είχα πολλή αγάπη».

«Δεν μπορώ να σε ξεχάσω. Η αγάπη δεν μπορεί να τελειώσει».

«Αντίο γιε μου…»

«Σ’ αγαπώ, θα μου λείψεις».

«Σ’ αγαπώ κι εγώ Γιώργο».

«Καλό παράδεισο μπαμπά…».

 

GHETTO Magazine

Το Ghetto Magazine καλύπτει ό,τι είναι νέο και σημαντικό στην πόλη της Χαλκίδας αλλά και σε ολόκληρη την Εύβοια. Την κοινωνία, τους ανθρώπους της, τις τέχνες και την διασκέδαση, με πρωτοποριακό πάντα τρόπο. Όλη η πόλη σε ένα …GHETTO. Γιατί στο δικό μας ghetto χωράνε όλοι!

Best of GHETTO

Scroll to Top