Ο άνθρωπος κλειδί στην πιο σωστή θέση για το Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, είμαστε πια σίγουροι ότι είναι η Δήμητρα Νικολόπουλου. Η Δήμητρα είναι η Υπεύθυνη Επικοινωνίας του Φεστιβάλ, και ο άνθρωπος που θα σηκώσει το τηλέφωνο στο δεύτερο χτύπημα, θα σε φωνάξει με το μικρό σου, και θα μιλήσετε με την αμεσότητα και την οικειότητα εκείνη που κάνει τα πράγματα να ρέουν γρήγορα και εύκολα. Άνθρωπος με ευθύ βλέμμα και ειλικρινή πρόθεση στο λόγο της, η Δήμητρα ξέκλεψε λίγο από τον ελάχιστο χρόνο της για να κάτσει μαζί μας σε μια σκιά ένα μεσημέρι στη Λίμνη, και να μας μιλήσει για όλα εκείνα που δεν βλέπουμε εμείς οι επισκέπτες του φεστιβάλ, αλλά είναι τα πιο ουσιαστικά.

Πως πριν από τέσσερα χρόνια πήρατε την πρωτοβουλία να ξεκινήσετε ένα φεστιβάλ σε ένα τόπο με τόσο μεγάλες πληγές;
Ήταν Αύγουστος όταν ξεκίνησαν οι φωτιές, και όλη η ομάδα του φεστιβάλ ήταν διασκορπισμένη στην Ελλάδα και στο εξωτερικό σε διάφορα σημεία για δουλειές. Θυμάμαι ότι κάποια συνάδελφος έκανε διακοπές εδώ στην Εύβοια, έχει σπίτι εδώ, και ένας άλλος συνάδελφος ήταν απέναντι, και έβλεπαν τις φωτιές. Μας πήραν τηλέφωνο και μας είπαν πως τα πράγματα είναι πολύ άγρια και καίγεται όλη η περιοχή. Μιλάμε με ένα zoom όλοι μας μεταξύ μας, και μετά μιλάμε με το Υπουργείο ( εμείς είμαστε ένας επιχορηγούμενος οργανισμός από το Υπουργείο Πολιτισμού ) και μας ρωτάνε αν έχουμε δει τι συμβαίνει και που βρισκόμαστε. Λέμε πως ναι, το παρακολουθούμε και έχουμε φρικάρει. Και ενώ συνεχίζουμε να παρακολουθούμε όλο αυτό που γινόταν με τη φωτιά για να δούμε μέχρι που θα πάει και τι θα γίνει, μας παίρνουν τηλέφωνο τότε και επίσημα πια από το Υπουργείο και μας ρωτάνε, μιας και είχαμε ανθρώπους δικούς μας εδώ και μαθαίναμε τι γίνεται, αν θα θέλαμε να κάνουμε κάτι για την περιοχή, καθώς ήξεραν ότι εμείς στήνουμε πράγματα από το πουθενά. Συζητούσαμε από το να στηθεί ένα φεστιβάλ μέχρι μια καλλιτεχνική εκδήλωση. Κάτι, για να ανακουφίσουμε λίγο. Και είπαμε ναι. Δε σκεφτήκαμε καν τι μπορεί να σημαίνει εκείνη τη στιγμή που το είπαμε. Γιατί δεν είχαμε υποδομές εμείς εδώ, δεν ξέραμε, είμαστε φιλοξενούμενοι. Οπότε ήρθαμε σε τρία χωριά στο βουνό, την Αιδηψό, τη Λίμνη και την Αγία Άννα, ως φιλοξενούμενοι και τους γνωρίσαμε όλους από την αρχή. Αρχικά τους πυροσβέστες, τους Δήμους, τους ανθρώπους των Δήμων, τους μελισσοκόμους, και άλλους επαγγελματίες που είχαν πληγεί σοβαρά από την καταστροφή. Από τον πρώτο χρόνο ερχόμασταν κάθε μήνα άλλη ομάδα και γνωρίζαμε τους ανθρώπους. Έτσι. Πριν να δούμε τι θα κάνουμε να μάθουμε λίγο για την περιοχή. Μάθαμε πως είχαν μετακινήσει κάποιοι τα μελίσσια τους, και πως άλλοι τα έχασαν, μάθαμε τι έκαναν οι πυροσβέστες, μάθαμε τι έκαναν άλλοι επιχειρηματίες που είχαν ζώα, που ζούσαν από τη φύση, και γενικότερα μάθαμε λεπτομέρειες για την τρομερή καταστροφή που έγινε. Τον επόμενο χρόνο αποφασίσαμε, αν και ήταν όλα καμένα, μύριζε κάρβουνο το θυμάμαι, να κάνουμε ένα φεστιβάλ. Ανακαινίσαμε κάτω στην Αιδηψό τον «Απόλλωνα». Δεν υπήρχε θερινό σινεμά όταν ήρθαμε. Είδαμε το χώρο και μας έκανε τρομερή εντύπωση γιατί μας δημιουργήθηκε η αίσθηση πως κάτι ήταν αυτό πριν. Πως δεν ήταν απλά ένας χώρος πάρκινγκ. Μας ενημέρωσαν λοιπόν πως αυτό ήταν ένα θερινό που κάποτε δούλευε και ήταν σε τρομερές εποχές αίγλης. Αποφασίσαμε έτσι να το ξαναφτιάξουμε μαζί με το Δήμο. Είπαμε ότι εμείς θα βάλουμε την πλάτη με ό,τι μπορούμε και έχουμε, και θα φέρουμε μετά και τα μηχανήματα. Και έτσι ξεκίνησε. Νομίζω ότι ξεκίνησε λίγο από το ανθρώπινο στοιχείο. Ακούς για μια καταστροφή, και σκέφτεσαι να βοηθήσεις και αναρωτιέσαι τι μπορείς να κάνεις. Άλλοι έστελναν ρούχα, άλλοι έστελναν τρόφιμα, εμείς στείλαμε τον εαυτό μας για να μπορέσουμε να βοηθήσουμε, και να χτίσουμε και κάτι.
Πόσο καιρό πριν επισκεφτούμε εμείς το φεστιβάλ ξεκινάει το στήσιμό του, και πως γίνεται αυτή η προετοιμασία;
Εμείς κάνουμε τρία φεστιβάλ το χρόνο. Το ένα είναι το Νοέμβριο, το άλλο είναι το Μάρτιο και το τρίτο είναι τώρα το καλοκαίρι. Στ’ αλήθεια το Evia ξεκινάει το Γενάρη με την προετοιμασία πίσω από κάποιους υπολογιστές, διότι εκεί αρχίζουμε και μαζεύουμε υλικό. Τις ταινίες που θα παίξουμε, και που πρέπει να διαπραγματευθούμε, γιατί οι ταινίες κοστίζουν και είναι ακριβώς σπορ. Και πρέπει να τις στηρίζουμε για να κοστίζουν και να γίνονται και να υπάρχουν. Οπότε είναι θέμα βιωσιμότητας σε όλα τα επίπεδα. Το σινεμά έχει ανάγκη να υπάρξει, και πρέπει να το στηρίζουμε. Το πράσινο έχει ανάγκη να υπάρξει και πρέπει να το υποστηρίζουμε, γιατί είναι ο αέρας που αναπνέουμε. Άρα, με μία αντίστροφη μέτρηση το Γενάρη – Φλεβάρη πιο ήπια, από Μάρτη και μετά αρχίζει μία αντίστροφη μέτρηση πολύ πιο σφιχτή που κλείνουμε σε όλα τα επίπεδα το πρόγραμμα. Βρίσκουμαι συνεργάτες και από εδώ, και στις τρεις περιοχές, και αρχίζουμε και στήνουμε εδώ και τις υποδομές και σιγά-σιγά. Ξεκινάμε επίσης να ψάχνουμε και τους καλεσμένους από την Ελλάδα και το εξωτερικό, γιατί φέρνουμε συνήθως γύρω στους 500 ανθρώπους που έρχονται επί τούτου εδώ. Δημοσιογράφους, παρά πολλούς καλλιτέχνες, και επαγγελματίες και συμπαραγωγές που έρχονται για να επενδύσουν τα χρήματά τους. Και αυτό είναι πολύ σημαντικό.
Είσαι στις επάλξεις λοιπόν από την πρώτη στιγμή του φεστιβάλ. Πως ονειρεύεσαι την εξέλιξη αυτής της μεγάλης γιορτής στην Εύβοια;
Ξέρεις, όταν γεννιέται κάτι τέτοιο και είσαι εκεί και το βλέπεις να γεννιέται, αυτό που ονειρεύεσαι είναι όταν πια θα έχουν περάσει μερικά χρόνια, να έχουμε απομακρυνθεί από τις φωτιές και από το λόγο για τον οποίο έγιναν. Δηλαδή, εγώ εύχομαι να είμαστε καλά και να είμαστε εδώ σε 10 χρόνια στο ίδιο τραπεζάκι, και τα παιδιά που θα έχουν γεννηθεί την τελευταία δεκαετία να μην ξέρουν τι έχει συμβεί. Γιατί βλέπουμε να αναγεννάται το δάσος, και να καλύπτεται σιγά-σιγά και το μαύρο με τα νέα πευκάκια που φύονται. Οπότε θα ήθελα πάρα πολύ να γίνει μία πολιτιστική γιορτή η οποία στους επόμενους θα λέει κάτι διαφορετικό, και ίσως και λίγο πιο αισιόδοξο. Γιατί σε εμάς ξεκίνησε με κάτι απαισιόδοξο, και θέλουμε να το ανατρέψουμε. Θα ήθελα στις επόμενες γενιές να μην υπάρχει αυτό στο μυαλό τους. Να μη γίνονται φωτιές, και απλά να υπάρχει η γιορτή που ξέρουν κάθε χρόνο και δίνουν το ραντεβού τους, και είναι το στέκι τους. Αυτό θέλω.


