Εύβοια 2025. Η πολύπαθη Εύβοια μεταφράζεται σε μια οσμή. Από τις πανέμορφες παραλίες, από τα γραφικά χωριά της, η θέα κάθε καλοκαίρι τρομακτική.
Το καμένο αποτελεί μια δυστοπική εικόνα, που στο αισθητηριακό τμήμα του εγκεφάλου αποτυπώνεται στη μυρωδιά, τη δυσοσμία.
Πότε η Βόρεια Εύβοια, πότε η Κάρυστος, πότε τα δάση του Πισσώνα, του Μίστρου και του Θεολόγου. Μοιάζει μια μακάβρια συνήθεια, ένα επαναλαμβανόμενο πείραμα που καταλήγει σε καμένο δάσος, καταστροφή περιουσιών, απειλή ανθρώπινων ζωών.
Το καλοκαίρι μας βγαίνουμε στο μπαλκόνι, σε αυτόν τον καύσωνα, να αναπνεύσουμε το οξυγόνο, να αφουγκραστούμε την ατμόσφαιρα.
Η φράση όλων μας, ένας εφιάλτης που, χωρίς να το συνειδητοποιήσουμε, γίνεται πραγματικότητα τα καλοκαίρια μας, μια κατάσταση φόβου που συνοδεύει τη διάθεσή μας για διακοπές, ανεμελιά, κρυστάλλινα νερά, ευβοϊκές ακρογιαλιές.
«Ρε μαμά πάλι καμένο μυρίζει…».
Από που; Από ποιο μέρος; Είναι πάλι η Εύβοια;

Είτε πρόκειται για αμέλεια, είτε για συνωμοσιολογικούς εμπρησμούς, είτε για απόκρυφα μακροπρόθεσμα σχέδια, η καθημερινότητά μας ως κάτοικοι αυτού του πανοραμικού νησιού βιώνεται με αυτό το ενδόμυχο αρνητικό συναίσθημα, τη μυρωδιά του καμένου. Και μαζί με αυτό η αίσθηση της εγκατάλειψης, της επιβολής του μοιραίου, της παθητικότητας.
Προγραμματισμοί επιτελικών στελεχών, πρόληψη και σχεδιασμός αποφυγής πυρκαγιών, ενεργοποίηση πολιτών και εθελοντών. Η μυρωδιά του καμένου, το σύννεφο καπνού από την πρωτεύουσα Χαλκίδα στον ορίζοντα, μια πανομοιότυπη επαναληπτικότητα, μια αήθης επίθεσης στην ομορφιά του καλοκαιριού.
Αεροπλάνα βουίζουν στον ουρανό, κόσμος στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης να ωρύεται, να επιρρίπτει ευθύνες από τον καναπέ του, κάτοικοι των χωριών στις δασικές περιοχές να ζητούν περισσότερη συμμετοχή, εναέρια μέσα που αργούν, μια Βαβέλ που ξανά και ξανά το κάθε καλοκαίρι στήνεται σαν θεατρικό έργο του παραλόγου.
«Ρε μαμά, πάλι καμένο μυρίζει… Τί έχει μείνει ακόμη να κάψουν;».


