έρωτα

Και κοιτούσα τα αυτοκίνητα να πηγαίνουν πάνω κάτω

Οι καλύτερες ρομαντικές κομεντί, θα είναι πάντα οι δικές μας…

Ο Ντίνος Χριστιανόπουλος έχει πει:

«Η θάλασσα είναι σαν τον έρωτα:
χίλιοι τη χαίρονται – ένας την πληρώνει.»

Για κάποιο κοινωνιολογικά ενδιαφέροντα λόγο, αντί να ανακαλούμε στίχους του πιο ερωτικού ποιητή την ημέρα των ερωτευμένων, επιμένουμε από πείσμα στην αθάνατη κουλτούρα της ελληνικής καψούρας, να επικαλούμαστε χαρακτηριστικά σουξέ εποχής όπως το «τραύμα» της Αννούλας μας.

Το σημείο συνάντησης των δύο κόσμων, που μάλλον δεν απέχουν όσο φανταζόμαστε, είναι πως κάποιος κάποτε καρδιοχτύπησε τόσο πολύ, που έπρεπε να γράψει. Να μοιραστεί. Κάτι. Κάτι που δε χώραγε μέσα του.

Έτσι, έχω γίνει και εγώ αμέτρητες φορές ακροάτρια στις διηγήσεις της γιαγιάς μου της Ελένης, για τη ζωή που έζησε μαζί με τον παππού μου τον Κώστα. Ο παππούς έφυγε αρκετά νέος σε ηλικία, λόγω αρρώστιας. Η γιαγιά έχει ένα μοναδικό τρόπο να φέρνει την κουβέντα σε εκείνον, χωρίς καμία προφανή σύνδεση. Κάποια στιγμή (περίπου τώρα που το γράφω) κατάλαβα πως έχει απλά ανάγκη να μιλάει για το «σύντροφό» της. Με όλες τις ερμηνείες που αυτό επιδέχεται. Ίσως και να επιβεβαιώνει έτσι μέσα της, πως όλα όσα θυμάται, κάποτε συνέβησαν στα αλήθεια. Ότι οι δυο τους, υπήρξαν. Όταν ξεκινάει την αναδρομή, ξέρω πως για το επόμενο εικοσάλεπτο θα είμαι απλά θεατής ενός αποκλειστικού μονόπρακτου. Μιας κατάθεσης, με χαρακτηριστικό γνώρισμα τις χειρονομίες και τις γκριμάτσες, που μου επιβεβαιώνουν πως της τα ‘χω πάρει όλα.

Σε μία σύνοψη του έργου λοιπόν, η πρωταγωνίστριά μας ήταν από τα τυχερά κορίτσια της εποχής της, και ο πατέρας της έδιωχνε όλους τους υποψήφιους μνηστήρες που δεν τη συγκινούσαν. Κάποια μέρα, πήγε μια «τυχαία» επίσκεψη στο σπίτι της ο ξάδερφός της με ένα φίλο του. Τον είδε. Την είδε. Μετά από λίγες μέρες εκείνος ο φίλος επέστρεψε μόνος του, χωρίς τον ξάδερφο, και χωρίς κανέναν άλλο. Ζήτησε το κορίτσι. Ο πατέρας της, έμεινε να κοιτάζει εκείνο το μελαχρινό σγουρομάλλικο αγόρι, που κάποια χρόνια αργότερα θα με πέταγε στον αέρα και θα μου μάθαινε τι πάει να πει πραγματικό γέλιο. Τελικά, με το φρύδι σηκωμένο, του είπε:

«Έτσι έρχεσαι να τη ζητήσεις; Χωρίς οικογένεια μαζί σου, χωρίς τίποτα; Και έχεις τίποτα στην άκρη; Πως θα ανοίξετε σπίτι;»

Και σε αυτό το σημείο, χρονολογούνται τα πρώτα καταγεγραμμένα δείγματα «αναρχικής» συμπεριφοράς, για την οποία έχω στιγματιστεί από το σόι μου:

«Δεν χρειάζομαι ούτε τη μάνα μου, ούτε τον πατέρα μου. Εγώ είμαι κύριος του εαυτού μου. Και αυτή είναι η περιουσία μου.»

Τάδε έφη τσελεμπής, και του έδειξε ένα δίπλωμα οδήγησης Γ κατηγορίας.

Σήμερα, εγώ έχω σπουδάσει το όνειρό μου από τα φορτηγά που γράφουν πάνω «Τσολάκος», έχω μια οικογένεια σωστό θίασο, απολαμβάνω το προνόμιο να επιλέγω δουλειές και ανθρώπους που μου αρέσουν, έχω χρόνο να διαβάζω, και «ένα δωμάτιο δικό μου» για να γράφω.

Σε μια από τις πρόσφατες εκλάμψεις του παρελθόντος, η γιαγιά μου πήγε πίσω στις μέρες που πέρασε δίπλα στον παππού μου στο νοσοκομείο.

«Δύο μήνες πέρασα εκεί.

Και τα βράδια, καθόμουν στο παράθυρο και κοιτούσα τα αυτοκίνητα να πηγαίνουν πάνω κάτω.
Και τίποτα δεν έκανα.»

Για κάθε ιστορία υπάρχουν πολλές διαφορετικές εκδοχές, ανάλογα από που την κοιτάς ή από που προέρχεται. Υπάρχει όμως πάντοτε μια εκδοχή ικανή να αναιρέσει όλες τις υπόλοιπες. Εκείνη που αποτυπώθηκε στην ψυχή στου ανθρώπου που την έζησε. Και αυτή, είναι και η μόνη αλήθεια που με αφορά.

Η μεγαλύτερη κληρονομιά που θα πάρω ποτέ από τη γιαγιά μου, είναι αυτά τα λόγια:

«Έχεις όλο το χρόνο, αυτόν που θα διαλέξεις, να τον πάρεις από την καρδιά σου.»

Α, ρε γιαγιά μερακλού.

Υ.Γ. : Ο έρωτας βρίσκει εκείνους που έχουν χώρο, και αντέχουν.

Όχι εκείνους που έχουν τις πιο εντυπωσιακές φωτογραφίες.

GHETTO Magazine

Το Ghetto Magazine καλύπτει ό,τι είναι νέο και σημαντικό στην πόλη της Χαλκίδας αλλά και σε ολόκληρη την Εύβοια. Την κοινωνία, τους ανθρώπους της, τις τέχνες και την διασκέδαση, με πρωτοποριακό πάντα τρόπο. Όλη η πόλη σε ένα …GHETTO. Γιατί στο δικό μας ghetto χωράνε όλοι!

Best of GHETTO

Scroll to Top