Φωτογραφία: Κωνσταντίνος Παλιβάκης

Η Μήδεια του Μποστ, που έφερε στη σκηνή το Θέατρο Περι-Τεχνών, ήταν για …Post

*Γράφει ο Γιώργος Θεοφίλης Το Σάββατο βράδυ το Θέατρο Περι-Τεχνών και η αεικίνητη προσωπικότητα της Πέρης Καραμούζη σε συνεργασία με τη σκηνοθέτιδα Ιωάννα Μερκουριάδου επέλεξαν να μας παρουσιάσουν τη «Μήδεια» του Μποστ. Ο πολυσχιδής καλλιτέχνης Μποστ, κατά κόσμο Μέντης Μποσταντζόγλου, διακωμωδεί και γελοιοποιεί το κλασικό αρχαίο δράμα τη Μήδεια του Ευριπίδη, χρησιμοποιώντας τη διακωμώδηση καθ’ αυτή για να πετύχει στην πορεία μία πλήρη αναδιαμόρφωση της γνωστής ιστορίας, η οποία τελικά καταλήγει σχεδόν σε τίποτα να μην θυμίζει το κείμενο-πρότυπο. Όσο η παράσταση εξελίσσεται, μόνο τα ονόματα των χαρακτήρων παραμένουν αναγνωρίσιμα από το αρχικό σενάριο για να προσφέρουν στους θεατές απλά μία αίσθηση οικειότητας. Η Μήδεια του Ευριπίδη ουσιαστικά αποδομείται με ευρηματικό τρόπο και τα στοιχεία της αξιοποιούνται σαν πρώτη ύλη για μία εντελώς νέα δημιουργία. Η σάτιρα Σύμφωνα με τη Margaret Rose, η παρωδία, αν και συνήθως συνοδεύεται από κωμικό αποτέλεσμα, δεν γελοιοποιεί αναγκαστικά το πρότυπό της. Το έντονα πολιτικό κείμενο του Μποστ διακωμωδεί και σχολιάζει επιλεκτικά τα κακώς κείμενα μιας κοινωνίας όπως την αντιλαμβάνεται ο συγγραφέας και παράγει ένα έργο το οποίο συνδεόμενο με το κλασικό πρωτότυπο αναπτύσσει μια μορφή θεατρικής διαχρονικότητας. Επιπλέον τα στοιχεία της βυζαντινής και της δημοτικής παράδοσης τα οποία είναι έντονα στην σάτιρα του Μποστ αντιτάσσονται στην σφριγηλή και άκαμπτη αισθητική που κυριαρχεί δίνοντας μια διαφορετική οπτική του σύγχρονου και του μοντέρνου. Η κοινωνία Η κοινωνία που αναφέρεται, διακωμωδεί και κριτικάρει η Μήδεια του Μποστ είναι η σύγχρονη ελληνική κοινωνία με όλες τις παθογένειες που προέρχονται από το παρελθόν. Στηλιτεύει από τη μια τη σεξουαλική ασυδοσία και από την άλλη την οικονομική υποδούλωση απόρροια μιας κρίσης άλλοτε οικονομικής και άλλοτε ηθικής και αξιών. Συνυφαίνεται η αδυναμία αυτής της κοινωνίας, η οποία γίνεται αντικείμενο κριτικής, να αξιοποιήσει το ένδοξο παρελθόν και να το εντάξει στην μοντέρνα κουλτούρα της. Ίσως για το δημιουργό αυτοί οι εθνικοί πολιτισμικοί και ιστορικοί θρίαμβοι να αποτελούν και μια αυταπάτη αναγνώρισης από την παγκόσμια κοινότητα και να οδηγούν σε μια παγίδα απαξίωσης και εσωστρέφειας. Η γλώσσα Η γλώσσα που χαρακτηρίζει τον Μποστ επαναλαμβάνεται ως ένα μίγμα δημοτικής και καθαρεύουσας με δεκαπεντασύλλαβο στίχο και με χαρακτηριστική ομοιοκαταληξία και μελωδία. Ο λόγος κυνικός και αρκετά καυστικός συνεπαίρνει καθώς αποδίδει την πραγματικότητα με αιχμηρό λεξιλόγιο χωρίς να φείδεται αιδούς. Στη σάτιρα του καλλιτέχνη δεν χωρούν συμβιβασμοί και με οδηγό το ρητό, η γλώσσα κόκκαλα δεν έχει και κόκκαλα τσακίζει, προσεγγίζει λεκτικά τους χαρακτήρες αδιαφορώντας για την κοινωνική τους θέση και το μορφωτικό τους επίπεδο. Αναζητώντας ένα λόγο με σκοπό να καυτηριάσει τόσο την ημιμάθεια όσο και την μανία επίδειξης του Έλληνα βγαίνει συνειδητά ακόμη και στο πεζοδρόμιο. Οι αναφορές Η Μήδεια του Μποστ είναι ένα έργο με υπόρρητες αναφορές στην αρχαία ελληνική τραγωδία την οποία επιλέγει να διασκευάσει και να σατιρίσει. Ιδιαίτερη μνεία γίνεται στις αριστοφανικές κωμωδίες οι οποίες έχουν κεντρικό ρόλο στο τρόπο που δομεί το έργο του ο Μποστ. Διάχυτες είναι οι συνδιαλλαγές , τέλος, με τον ελληνικό κινηματογράφο και τα ελληνικά μιούζικαλ που κατακλύζουν τη σκηνή με το ανεξάντλητο στιχουργικό αλλά και μουσικό ρεπερτόριό τους με συνέπεια μια ανάμειξη των ηρώων και των ηρωίδων της κλασικής μεγάλης οθόνης με τους χαρακτήρες της τραγωδίας κάτι που αποπνέει, αν μην τη άλλο, μια ευφάνταστη ελληνικότητα. Η σκηνοθεσία Η σκηνοθέτιδα Ιωάννα Μερκουριάδου εργάστηκε φανερά με ζήλο για να επιτύχει αυτό το δύσκολο εγχείρημα. Ηθοποιοί που απολάμβαναν την παράσταση ακολουθώντας ένα γρήγορο ρυθμό δημιούργησαν με συνεπή υποκριτική δεξιοτεχνία ένα άριστο αποτέλεσμα. Η σκηνοθέτης έχοντας εντρυφήσει στο κείμενο του Μποστ κατάφερε να εξισορροπήσει το ύφος ανάμεσα σε τραγωδία και παρωδία και να παράγει προβληματισμό μέσα από τη δημιουργική αναζήτηση της ιστορίας της Μήδειας αλλά και καθοδηγώντας τους ηθοποιούς ώστε να προσφέρουν γέλιο. Ο θίασος Η ομάδα του Περι-Τεχνών, οι ηθοποιοί Πανωραία Μπλιάχα, Νάνσυ Γκιουλέ, Γιώργος Γκάβαλης, Λάμπρος Νουλόπουλος, Κρυσταλλία Μπουραζά, Χρήστος Κοκοκύρης, Ελένη Κόλα, Βαγγέλης Βλάχος, Δημήτρης Δαραμάρας, Βιβή Σμυρλάκη, Ελένη Μόκα, Άννα Καμπιώτη, η χορογράφος Αρετή Κόκκαλη, η σκηνογράφος Μαρίνα Σμυρλάκη, η ενδυματολόγος Μαριάνθη Σπύρου, η μακιγιέρ Ιωάννα Τσάλλα και όλοι όσοι συνέδραμαν για να απολαύσουμε όλοι μας μια τέτοια παραγωγή έδωσαν ανιδιοτελώς τον καλύτερο εαυτό τους με ανώτερο σκοπό να κάνουν γνωστή την τέχνη τους, εκ της οποίας υπήρχε άφθονη. Η πρωταγωνίστρια Η Πέρη Καραμούζη εκτός από ψυχή του θεάτρου Περι-Τεχνών ήταν και η ψυχή της παράστασης. Η εμβληματική της ερμηνεία έδωσε πνοή όχι μόνο στο θέατρο Ορέστης Μακρής αλλά και στην πόλη αποδεικνύοντας ότι ο πολιτισμός και η τέχνη είναι θέμα ανθρώπων, χαρακτήρα και ακούραστης εργασίας. Μια Μήδεια, η Πέρη Καραμούζη, που και ο ίδιος ο Μποστ θα επέλεγε μας χάρισε με το αστείρευτο ταλέντο της και τις υποκριτικές της αρετές μια αξέχαστη θεατρική βραδιά στη Χαλκίδα. Η τελική εντύπωση Σε εναρμόνιση με την πρόταση της πρωταγωνίστριας, η παρωδία του Μποστ ήταν πραγματικά ένα βάλσαμο στις ψυχές των θεατών. Λογοπαίγνια και σατυρικές φόρμες εγκέντρισαν το κοινό, στηλίτευσαν τα συμβατά ήθη και χλεύασαν τον καθωσπρεπισμό υπενθυμίζοντας την αστείρευτη ελληνική κληρονομιά. Το Αστείο όπως μας επισημαίνει ή ίδια η πρωταγωνίστρια Πέρη Κραμούζη, προέρχεται από το άστυ, την ίδια την πόλη και δηλώνει τα αστεία που ανταλλάσουν οι πολιτισμένοι αστοί και όχι οι χωριάτες των αγρών. Το άστυ λοιπόν είναι αυτό που είχε την τιμητική του, το σαββατόβραδο, μέσα στο βάρβαρο κόσμο της Μήδειας και μέσα από αυτό τον θεατρικό ορυμαγδό γεννήθηκε ένα αστείο που προβληματίζει, εξαγνίζει, εμψυχώνει. «Δεν κάνουμε θέατρο για το θέατρο. Δεν κάνουμε θέατρο για να ζήσουμε. Κάνουμε θέατρο για να πλουτίσουμε τους εαυτούς μας, το κοινό που μας παρακολουθεί κι όλοι μαζί να βοηθήσουμε να δημιουργηθεί ένας πλατύς, ψυχικά πλούσιος και ακέραιος πολιτισμός στον τόπο μας», απεφάνθη ο Κάρολος Κουν, ιδρυτής του Θεάτρου Τέχνης, κάτι που η Πέρη Καραμούζη και η καλλιτεχνική ομάδα του Θεάτρου Περι-Τεχνών το γνωρίζουν και το πράττουν καλά. Τους ευχόμαστε ολόψυχα να συνεχίσουν να μας πλουτίζουν.   Φωτογραφία εξωφύλλου: Κωνσταντίνος Παλιβάκης

*Γράφει ο Γιώργος Θεοφίλης

Το Σάββατο βράδυ το Θέατρο Περι-Τεχνών και η αεικίνητη προσωπικότητα της Πέρης Καραμούζη σε συνεργασία με τη σκηνοθέτιδα Ιωάννα Μερκουριάδου επέλεξαν να μας παρουσιάσουν τη «Μήδεια» του Μποστ. Ο πολυσχιδής καλλιτέχνης Μποστ, κατά κόσμο Μέντης Μποσταντζόγλου, διακωμωδεί και γελοιοποιεί το κλασικό αρχαίο δράμα τη Μήδεια του Ευριπίδη, χρησιμοποιώντας τη διακωμώδηση καθ’ αυτή για να πετύχει στην πορεία μία πλήρη αναδιαμόρφωση της γνωστής ιστορίας, η οποία τελικά καταλήγει σχεδόν σε τίποτα να μην θυμίζει το κείμενο-πρότυπο. Όσο η παράσταση εξελίσσεται, μόνο τα ονόματα των χαρακτήρων παραμένουν αναγνωρίσιμα από το αρχικό σενάριο για να προσφέρουν στους θεατές απλά μία αίσθηση οικειότητας. Η Μήδεια του Ευριπίδη ουσιαστικά αποδομείται με ευρηματικό τρόπο και τα στοιχεία της αξιοποιούνται σαν πρώτη ύλη για μία εντελώς νέα δημιουργία.

Η σάτιρα

Σύμφωνα με τη Margaret Rose, η παρωδία, αν και συνήθως συνοδεύεται από κωμικό αποτέλεσμα, δεν γελοιοποιεί αναγκαστικά το πρότυπό της. Το έντονα πολιτικό κείμενο του Μποστ διακωμωδεί και σχολιάζει επιλεκτικά τα κακώς κείμενα μιας κοινωνίας όπως την αντιλαμβάνεται ο συγγραφέας και παράγει ένα έργο το οποίο συνδεόμενο με το κλασικό πρωτότυπο αναπτύσσει μια μορφή θεατρικής διαχρονικότητας. Επιπλέον τα στοιχεία της βυζαντινής και της δημοτικής παράδοσης τα οποία είναι έντονα στην σάτιρα του Μποστ αντιτάσσονται στην σφριγηλή και άκαμπτη αισθητική που κυριαρχεί δίνοντας μια διαφορετική οπτική του σύγχρονου και του μοντέρνου.

Φωτογραφία: Κωνσταντίνος Παλιβάκης
Η κοινωνία

Η κοινωνία που αναφέρεται, διακωμωδεί και κριτικάρει η Μήδεια του Μποστ είναι η σύγχρονη ελληνική κοινωνία με όλες τις παθογένειες που προέρχονται από το παρελθόν. Στηλιτεύει από τη μια τη σεξουαλική ασυδοσία και από την άλλη την οικονομική υποδούλωση απόρροια μιας κρίσης άλλοτε οικονομικής και άλλοτε ηθικής και αξιών. Συνυφαίνεται η αδυναμία αυτής της κοινωνίας, η οποία γίνεται αντικείμενο κριτικής, να αξιοποιήσει το ένδοξο παρελθόν και να το εντάξει στην μοντέρνα κουλτούρα της. Ίσως για το δημιουργό αυτοί οι εθνικοί πολιτισμικοί και ιστορικοί θρίαμβοι να αποτελούν και μια αυταπάτη αναγνώρισης από την παγκόσμια κοινότητα και να οδηγούν σε μια παγίδα απαξίωσης και εσωστρέφειας.

Η γλώσσα

Η γλώσσα που χαρακτηρίζει τον Μποστ επαναλαμβάνεται ως ένα μίγμα δημοτικής και καθαρεύουσας με δεκαπεντασύλλαβο στίχο και με χαρακτηριστική ομοιοκαταληξία και μελωδία. Ο λόγος κυνικός και αρκετά καυστικός συνεπαίρνει καθώς αποδίδει την πραγματικότητα με αιχμηρό λεξιλόγιο χωρίς να φείδεται αιδούς. Στη σάτιρα του καλλιτέχνη δεν χωρούν συμβιβασμοί και με οδηγό το ρητό, η γλώσσα κόκκαλα δεν έχει και κόκκαλα τσακίζει, προσεγγίζει λεκτικά τους χαρακτήρες αδιαφορώντας για την κοινωνική τους θέση και το μορφωτικό τους επίπεδο. Αναζητώντας ένα λόγο με σκοπό να καυτηριάσει τόσο την ημιμάθεια όσο και την μανία επίδειξης του Έλληνα βγαίνει συνειδητά ακόμη και στο πεζοδρόμιο.

Οι αναφορές
Φωτογραφία: Κωνσταντίνος Παλιβάκης

Η Μήδεια του Μποστ είναι ένα έργο με υπόρρητες αναφορές στην αρχαία ελληνική τραγωδία την οποία επιλέγει να διασκευάσει και να σατιρίσει. Ιδιαίτερη μνεία γίνεται στις αριστοφανικές κωμωδίες οι οποίες έχουν κεντρικό ρόλο στο τρόπο που δομεί το έργο του ο Μποστ. Διάχυτες είναι οι συνδιαλλαγές , τέλος, με τον ελληνικό κινηματογράφο και τα ελληνικά μιούζικαλ που κατακλύζουν τη σκηνή με το ανεξάντλητο στιχουργικό αλλά και μουσικό ρεπερτόριό τους με συνέπεια μια ανάμειξη των ηρώων και των ηρωίδων της κλασικής μεγάλης οθόνης με τους χαρακτήρες της τραγωδίας κάτι που αποπνέει, αν μην τη άλλο, μια ευφάνταστη ελληνικότητα.

Η σκηνοθεσία

Η σκηνοθέτιδα Ιωάννα Μερκουριάδου εργάστηκε φανερά με ζήλο για να επιτύχει αυτό το δύσκολο εγχείρημα. Ηθοποιοί που απολάμβαναν την παράσταση ακολουθώντας ένα γρήγορο ρυθμό δημιούργησαν με συνεπή υποκριτική δεξιοτεχνία ένα άριστο αποτέλεσμα. Η σκηνοθέτης έχοντας εντρυφήσει στο κείμενο του Μποστ κατάφερε να εξισορροπήσει το ύφος ανάμεσα σε τραγωδία και παρωδία και να παράγει προβληματισμό μέσα από τη δημιουργική αναζήτηση της ιστορίας της Μήδειας αλλά και καθοδηγώντας τους ηθοποιούς ώστε να προσφέρουν γέλιο.

Ο θίασος

Η ομάδα του Περι-Τεχνών, οι ηθοποιοί Πανωραία Μπλιάχα, Νάνσυ Γκιουλέ, Γιώργος Γκάβαλης, Λάμπρος Νουλόπουλος, Κρυσταλλία Μπουραζά, Χρήστος Κοκοκύρης, Ελένη Κόλα, Βαγγέλης Βλάχος, Δημήτρης Δαραμάρας, Βιβή Σμυρλάκη, Ελένη Μόκα, Άννα Καμπιώτη, η χορογράφος Αρετή Κόκκαλη, η σκηνογράφος Μαρίνα Σμυρλάκη, η ενδυματολόγος Μαριάνθη Σπύρου, η μακιγιέρ Ιωάννα Τσάλλα και όλοι όσοι συνέδραμαν για να απολαύσουμε όλοι μας μια τέτοια παραγωγή έδωσαν ανιδιοτελώς τον καλύτερο εαυτό τους με ανώτερο σκοπό να κάνουν γνωστή την τέχνη τους, εκ της οποίας υπήρχε άφθονη.

Η πρωταγωνίστρια
Φωτογραφία: Κωνσταντίνος Παλιβάκης

Η Πέρη Καραμούζη εκτός από ψυχή του θεάτρου Περι-Τεχνών ήταν και η ψυχή της παράστασης. Η εμβληματική της ερμηνεία έδωσε πνοή όχι μόνο στο θέατρο Ορέστης Μακρής αλλά και στην πόλη αποδεικνύοντας ότι ο πολιτισμός και η τέχνη είναι θέμα ανθρώπων, χαρακτήρα και ακούραστης εργασίας. Μια Μήδεια, η Πέρη Καραμούζη, που και ο ίδιος ο Μποστ θα επέλεγε μας χάρισε με το αστείρευτο ταλέντο της και τις υποκριτικές της αρετές μια αξέχαστη θεατρική βραδιά στη Χαλκίδα.

Η τελική εντύπωση

Σε εναρμόνιση με την πρόταση της πρωταγωνίστριας, η παρωδία του Μποστ ήταν πραγματικά ένα βάλσαμο στις ψυχές των θεατών. Λογοπαίγνια και σατυρικές φόρμες εγκέντρισαν το κοινό, στηλίτευσαν τα συμβατά ήθη και χλεύασαν τον καθωσπρεπισμό υπενθυμίζοντας την αστείρευτη ελληνική κληρονομιά. Το Αστείο όπως μας επισημαίνει ή ίδια η πρωταγωνίστρια Πέρη Κραμούζη, προέρχεται από το άστυ, την ίδια την πόλη και δηλώνει τα αστεία που ανταλλάσουν οι πολιτισμένοι αστοί και όχι οι χωριάτες των αγρών. Το άστυ λοιπόν είναι αυτό που είχε την τιμητική του, το σαββατόβραδο, μέσα στο βάρβαρο κόσμο της Μήδειας και μέσα από αυτό τον θεατρικό ορυμαγδό γεννήθηκε ένα αστείο που προβληματίζει, εξαγνίζει, εμψυχώνει.

«Δεν κάνουμε θέατρο για το θέατρο. Δεν κάνουμε θέατρο για να ζήσουμε. Κάνουμε θέατρο για να πλουτίσουμε τους εαυτούς μας, το κοινό που μας παρακολουθεί κι όλοι μαζί να βοηθήσουμε να δημιουργηθεί ένας πλατύς, ψυχικά πλούσιος και ακέραιος πολιτισμός στον τόπο μας», απεφάνθη ο Κάρολος Κουν, ιδρυτής του Θεάτρου Τέχνης, κάτι που η Πέρη Καραμούζη και η καλλιτεχνική ομάδα του Θεάτρου Περι-Τεχνών το γνωρίζουν και το πράττουν καλά. Τους ευχόμαστε ολόψυχα να συνεχίσουν να μας πλουτίζουν.

 

Φωτογραφία εξωφύλλου: Κωνσταντίνος Παλιβάκης

GHETTO Magazine

Το Ghetto Magazine καλύπτει ό,τι είναι νέο και σημαντικό στην πόλη της Χαλκίδας αλλά και σε ολόκληρη την Εύβοια. Την κοινωνία, τους ανθρώπους της, τις τέχνες και την διασκέδαση, με πρωτοποριακό πάντα τρόπο. Όλη η πόλη σε ένα …GHETTO. Γιατί στο δικό μας ghetto χωράνε όλοι!

Best of GHETTO

Scroll to Top