Γιάννης Σκαρίμπας ποιήματα τραγούδια

Γιάννης Σκαρίμπας: 5 ποιήματα που έγιναν τραγούδια

Ο Γιάννης Σκαρίμπας γεννήθηκε στην Αγία Ευθυμία Φωκίδος, στις 28 Σεπτεμβρίου του 1893 και ήταν Έλληνας λογοτέχνης, κριτικός, θεατρικός συγγραφέας, ποιητής και πεζογράφος. Ο Σκαρίμπας ταυτίστηκε με την πόλη της Χαλκίδας. Το έργο του, εντυπωσιακό σε έκταση και ποικιλία, σημαδεύτηκε από την έντονη αντιδικία του με τις καθιερωμένες αξίες της ζωής και του αστικού πολιτισμού. […]

Ο Γιάννης Σκαρίμπας γεννήθηκε στην Αγία Ευθυμία Φωκίδος, στις 28 Σεπτεμβρίου του 1893 και ήταν Έλληνας λογοτέχνης, κριτικός, θεατρικός συγγραφέας, ποιητής και πεζογράφος. Ο Σκαρίμπας ταυτίστηκε με την πόλη της Χαλκίδας. Το έργο του, εντυπωσιακό σε έκταση και ποικιλία, σημαδεύτηκε από την έντονη αντιδικία του με τις καθιερωμένες αξίες της ζωής και του αστικού πολιτισμού. Εισήγαγε επίσης υπερρεαλιστικά στοιχεία στην ελληνική πεζογραφία. Θεωρείται ένας από τους πρωτοπόρους της ελληνικής λογοτεχνίας. Πέθανε στις 21 Ιανουαρίου 1984, στη Χαλκίδα.

ΟΥΛΑΛΟΥΜ

Ήταν σα να σε πρόσμενα Κερά
απόψε που δεν έπνεε έξω ανάσα,
κι έλεγα: Θάρθει απόψε απ’ τα νερά
κι από τα δάσα.

Θάρθει, αφού φλετράει μου η ψυχή,
αφού σπαρά το μάτι μου σαν ψάρι
και θα μυρίζει ήλιο και βροχή
και νειό φεγγάρι . . .

Και να, το κάθισμά σου σιγυρνώ,
στολνώ την κάμαρά μας αγριομέντα,
και να, μαζί σου κιόλας αρχινώ
χρυσή κουβέντα:

. . . Πως – να, θα μείνει ο κόσμος με το “μπά”
που μ’ έλεγε τρελόν πως είχες γίνει
καπνός και – τάχας – σύγνεφα θαμπά
προς τη Σελήνη . . .

………………………………………..

Νύχτωσε και δεν φάνηκες εσύ·
κίνησα να σε βρω στο δρόμο – ωιμένα –
μα σκούνταφτες (όπου εσκούνταφτα) χρυσή
κι εσύ με μένα.

Τόσο πολύ σ’ αγάπησα Κερά,
που άκουγα διπλά τα βήματα μου!
Πάταγα γω – στραβός – μεσ’ τα νερά;
κι εσύ κοντά μου . . .

Μελοποιήθηκε από το Νικόλα Άσιμο

ΕΑΥΤΟΥΛΗΔΕΣ

Ως ωραία ήταν μου απόψε η λύπη,
ήρθαν όλα σιωπηλά χωρίς πάθη
και με ήβραν —χωρίς κανέν’ να μου λείπει—
τα λάθη.

Κι ως τα γνώρισα όλα-μου γύρω — μπραμ-πάφες
όλα κράταγαν, τρουμπέτες και βιόλες
—ΕΑΥΤΟΥΛΗΔΕΣ που με βλέπαν, oι γκάφες-
μου όλες.

A!… τι θίασος λίγον τι από αλήτες
μουζικάντες μεθυσμένους και φάλτσους,
έτσι ως έμοιαζαν — με πρισμένες τις μύτες—
παλιάτσους.

Και τι έμπνευση να μου δώσουν τη βέργα
μπρος σε τρίποδα με κάντα μυστήρια,
όπου γράφονταν τ’ αποτυχημένα-μου έργα
—εμβατήρια!

Α… τι έμπνευση!… Μαιτρ του φάλτσου ‘γώ πάντα,
με τη βέργα-μου τώρα ψηλά —λέω— με τρόμους
νά, με δαύτη-μου να παρελάσω τη μπάντα
στούς δρόμους.

Kι ως πισώκωλα θα παγαίνω πατώντας,
μες σε κόρνα θα τα βροντούν και σαντούρια
οι παλιάτσοί-μου — στον αέρα πηδώντας —
τα θούρια…

Μελοποιήθηκε από το Διονύση Τσακνή

ΣΠΑΣΜΕΝΟ ΚΑΡΑΒΙ

Σπασμένο καράβι να `μαι πέρα βαθιά
έτσι να `μαι
με δίχως κατάρτια με δίχως πανιά
να κοιμάμαιΝα `ν’ αφράτος ο τόπος κι η ακτή νεκρική
γύρω γύρω
με κουφάρι γειρτό και με πλώρη εκεί
που θα γείρω
Να `ν’ η θάλασσα άψυχη και τα ψάρια νεκρά
έτσι να `ναι
και τα βράχια κατάπληκτα και τ’ αστέρια μακριά
να κοιτάνε

Δίχως χτύπο οι ώρες και οι μέρες θλιβές
δίχως χάρη
κι έτσι κούφιο κι ακίνητο μες σε νύχτες βουβές
το φεγγάρι

Έτσι να `μαι καράβι γκρεμισμένο νεκρό
έτσι να `μαι
σ’ αμμουδιά πεθαμένη και κούφιο νερό
να κοιμάμαι

Μελοποιήθηκε από το Γιάννη Σπανό

ΦΑΝΤΑΣΙΑ

Να`ναι σαν να μας σπρώχνει ένας αέρας μαζί
προς έναν δρόμο φιδωτό που σβεί στα χάη,
και σένα του καπέλου σου πλατιά και φαντεζί
κάποια κορδέλα του, τρελά να χαιρετάει.

Και ναν`σαν κάτι να μου λες, κάτι ωραίο κοντά
γι`άστρα, τη ζωνη που πηδάν των νύχτιων φόντων,
κι αυτός ο άνεμος τρελά τρελά να μας σκουντά
όλο προς τη γραμμή των οριζόντων.

Κι όλο να λες, να λες, στα βάθη της νυκτός
για ένα με γυάλινα πανιά πλοίο που πάει
όλο βαθιά, όλο βαθιά, όσο που πέφτει εκτός,
όξ`απ`τον κύκλο των νερών στα χάη.

Κι όλο να πνέει, να μας ωθεί αυτός ο αέρας μαζί
περ`από τόπους και καιρούς, έως ότου φως μου
(καθώς τρελά θα χαιρετάει κειν`η κορδέλα η φαντεζί)
βγούμε απ`την τρικυμία αυτού του κόσμου.

Μελοποιήθηκε από τη Μαρία Βουμβάκη

ΕΙΡΜΟΣ

Τα μάτια σου ραμμέν’ από
ραμμέν’ από μετάξι
μοιάζαν ως από μετάξι
ως αποκοιμήσει.

Tα χείλη σου τα σαν,
τα χείλη σου τα σαν,
μια ξάφνη ψαλι- ψαλιδιά λοξά
μια ψαλιδιά στα ερέβη.

Του πρόσωπού σου το προ-
οφίλ του πρόσωπου
σ’ αψού ζιγκ – ζαγκ κομμένο στυλ
στην ανοιχτή αγκαλιά
στην ανοιχτή της σιωπής,
σαν τεθλασμένη αστρα-
αστραπής μου εφάνη.

Τα δόντια μοιάζαν λί-
γο αφρό τα δόντια αφρό
που στ’ όνειρο είχε το αλαφρό
σου ανέβη
στ’ όνειρο είχε ανέβει.

Μελοποιήθηκε από τον Ανδρέα Ρούσση

GHETTO Magazine

Το Ghetto Magazine καλύπτει ό,τι είναι νέο και σημαντικό στην πόλη της Χαλκίδας αλλά και σε ολόκληρη την Εύβοια. Την κοινωνία, τους ανθρώπους της, τις τέχνες και την διασκέδαση, με πρωτοποριακό πάντα τρόπο. Όλη η πόλη σε ένα …GHETTO. Γιατί στο δικό μας ghetto χωράνε όλοι!

Scroll to Top