Θα ήθελα να αφιερώσω αυτές τις λέξεις που έχω το προνόμιο να μοιράζομαι, σε εκείνες τις γυναίκες που δεν θα δω απόψε στολισμένες να τσουγκρίζουν τα ποτά τους γύρω από υποφωτισμένα τραπέζια μπαρ και εστιατορίων. Γιατί κοιμίζουν ένα μωρό που κλαίει ολημερίς και ολονυχτίς, και κάπως έτσι κλαίνε και εκείνες μαζί του. Γιατί βάζουν τα πλυντήρια και ετοιμάζουν το αυριανό φαγητό τριών παιδιών και ενός συζύγου (που συχνότατα ισοδυναμεί με 4 παιδιών). Γιατί τις έχει πάρει ο ύπνος εξαντλημένες, σε μια καρέκλα δίπλα στον ηλικιωμένο γονιό τους. Γιατί έχουν μόλις πιάσει στη δεύτερη βάρδια για να βγάλουν το μήνα, και αισίως τα έξοδα των σπουδών τους. Γιατί είναι βυθισμένες σε κάποιο καναπέ με πάγους στη μέση και τα γόνατα, επειδή οι σκάλες που καθαρίζουν δε συνηθίζονται όσα χρόνια και αν περάσουν. Γιατί πρέπει να διαβάσουν το παιδί που μεγαλώνουν μόνες τους, και ονειρεύονται μια μέρα να μπορεί να σπουδάσει, και όχι να αναγκάζεται να κάνει πεζοδρόμιο τα βράδια, όπως εκείνες.

Αν είχα ένα ποτήρι απόψε, τη φετινή 8η Μαρτίου, θα το σήκωνα στην υγειά όλων εκείνων των γυναικών που φροντίζουν, χωρίς να φροντίζονται. Από συνήθεια, από ανάγκη ή από αγάπη, δεν έχει σημασία. Γυναίκες που η νύχτα, είναι για εκείνες απλά η συνέχεια της δουλειάς της ημέρας. Που τα μόνα όνειρα που τις βρίσκουν που και που, είναι εκείνα που δραπετεύουν από κανένα ατίθασο τραγούδι στο ραδιόφωνο. Και οι γυναίκες αυτές, τραγουδάνε πολύ. Όταν απλώνουν τα ρούχα, όταν νανουρίζουν ένα παιδί, όταν ετοιμάζονται, όταν σκουπίζουν ένα μπαλκόνι ή τα μάτια τους, όταν είναι αφηρημένες, και συχνά μόνες. Και εκεί, μπορείς να τις παρατηρήσεις. Εύθραυστες και αλύγιστες την ίδια στιγμή. Δυο φύσεις σε έναν άνθρωπο.
Ένα κράμα ικανό να τις κάνει «αόρατες» σε όλο τον κόσμο γύρω τους…
Υ.Γ.: Σε κάθε γυναίκα, που την κινεί η πίστη για εκείνη τη θέση στο φως που ξέρει πως κάπου υπάρχει, και όχι η πικρία για το φως που στερήθηκε.
Εις υγείαν.
.jpg)

