Τρείς αυτοκτονίες μέσα σε λίγες ημέρες στην Ελλάδα, η μία στη Χαλκίδα, με ένα παιδί μόλις δεκαπέντε ετών να βάζει τέλος στην ζωή του. Αυτό που έχει γίνει γνωστό είναι ότι ο μαθητής έφυγε από το σπίτι του ένα απόγευμα και δεν γύρισε ποτέ. Λίγο αργότερα, εντοπίστηκε νεκρός κοντά στην Υψηλή Γέφυρα. Σύμφωνα με τη μητέρα του, φέρεται να δεχόταν συστηματικό εκφοβισμό από συνομηλίκους του, λεκτικό και σωματικό, αλλά και απειλές.
Τα περιστατικά bullying στην Ελλάδα, αγγίζουν το 50-60% του εφηβικού πληθυσμού σύμφωνα με έρευνα του ΕΚΠΑ.
Σύμφωνα με την έρευνα το 70,6% των μαθητών αναφέρουν ότι υπήρξαν μάρτυρες εκφοβισμού στο σχολείο.
Οι συχνότερες συμπεριφορές εκφοβισμού είναι, σύμφωνα με την εν λόγω έρευνα, τα πειράγματα λόγω της εξωτερικής εμφάνισης και η φυσική ή λεκτική βία.
Ως μεγάλο πρόβλημα από την έρευνα αναδεικνύεται πως το 64% που υφίσταται εκφοβισμό δεν το αναφέρουν.
Παρατηρήθηκε αύξηση και στον φυσικό και στον διαδικτυακό κόσμο μετά το τέλος του lockdown στην εποχή της πανδημίας.
Σε μια άλλη έρευνα που πραγματοποίησε το «Χαμόγελο του Παιδιού», τα κρούσματα εκφοβισμού που καταγράφονται στην Στερεά Ελλάδα, ανέρχονται στο 33,0 %, γεγονός που φένρει την Περιφέρεια μας στην 5η θέση της σχετικής λίστας.
Επιβάλλεται το θέμα του bullying στην Ελλάδα να βρεθεί στο επίκεντρο της δημόσιας σφαίρας και να αντιμετωπιστεί με απόλυτη μεθοδικότητα από το κράτος. Όμως πρέπει και ως κοινωνία να στεκόμαστε δίπλα σε όσα βλέπουμε γύρω μας. Μικρές πράξεις αλλά μπορεί να έχουν τεράστια σημασία. Είναι κλισέ, αλλά και σημαντικό ταυτόχρονα.
Τι είναι εκφοβισμός (bullying)
Όπως αναφέρουν οι ερευνητές, ο εκφοβισμός αναφέρεται στην επανειλημμένη έκθεση σε σκόπιμη επιθετική συμπεριφορά που διαπράττεται από ένα ή περισσότερα άτομα εναντίον ενός στόχου που θεωρείται ότι έχει λιγότερη δύναμη σε σχέση με τον επιτιθέμενο ή τους επιτιθέμενους.
Στον παραδοσιακό εκφοβισμό, το θύμα έχει συνήθως λιγότερη φυσική, κοινωνική ή ψυχική δύναμη, ενώ ο θύτης χαρακτηρίζεται από υψηλότερο επίπεδο δύναμης. Στις περιπτώσεις των θυμάτων-εκφοβιστών (σ.σ. εφήβων που ασκούν bullying αλλά αυτοχαρακτηρίζονται ως θύματα), τα άτομα βιώνουν μια διπλή δυναμική: θεωρούν τον εαυτό τους θύμα, αλλά μπορεί να επιδεικνύουν συμπεριφορές που επιβάλλουν την εξουσία σε ορισμένες καταστάσεις, όπως αναγνωρίζεται από εκείνους που βιώνουν τη συμπεριφορά ως εκφοβισμό. Εκτός από αυτούς τους ρόλους, καθοριστικό ρόλο στη δυναμική του εκφοβισμού παίζουν και οι παρευρισκόμενοι. Ορισμένοι μάρτυρες παρεμβαίνουν ή καταγγέλλουν τον εκφοβισμό με την πρόθεση να εξισορροπήσουν τη διαφορά ισχύος μεταξύ του θύτη και του θύματος, ενώ άλλοι μπορεί να αισθάνονται ανίσχυροι να παρέμβουν ή ακόμη και να εγκρίνουν σιωπηρά τη συμπεριφορά λόγω του φόβου να γίνουν οι ίδιοι στόχοι.
Επίσης, ενώ ο παραδοσιακός εκφοβισμός λαμβάνει χώρα συνήθως σε φυσικά περιβάλλοντα (π.χ. σχολεία) και περιλαμβάνει άμεσες, φανερές αλληλεπιδράσεις, ο διαδικτυακός εκφοβισμός εκτυλίσσεται μέσω ψηφιακών πλατφορμών και χαρακτηρίζεται από χαρακτηριστικά όπως η ανωνυμία, η ταχεία και ευρεία διάδοση και η απουσία φυσικής επαφής.
Η ανάδυση και διάδοση ψηφιακών τεχνολογιών, όπως είναι τα smartphones και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, έχει οδηγήσει σε νέες μορφές εκφοβισμού, κυρίως στον κυβερνοεκφοβισμό. Ο διαδικτυακός εκφοβισμός περιλαμβάνει επαναλαμβανόμενες, σκόπιμες πράξεις επιθετικότητας μέσω ηλεκτρονικών πλατφορμών, συμπεριλαμβανομένων των ηλεκτρονικών μηνυμάτων, των ιστολογίων, των άμεσων μηνυμάτων, των chat rooms και των ιστότοπων κοινωνικής δικτύωσης. Σε αντίθεση με τον παραδοσιακό εκφοβισμό, ο κυβερνοεκφοβισμός μπορεί να συμβεί ανά πάσα στιγμή, συχνά ανώνυμα, και να φτάσει σε ένα ευρύτερο κοινό, γεγονός που τον καθιστά ιδιαίτερα παρεμβατικό και επίμονο. Η ανωνυμία που παρέχει ο διαδικτυακός εκφοβισμός συχνά επιδεινώνει τις επιβλαβείς επιπτώσεις του, καθώς το θύμα μπορεί να αισθάνεται πιο ευάλωτο και αβοήθητο απέναντι σε έναν αόρατο επιτιθέμενο.


