“Όπου και να ταξιδέψω η Ελλάδα με πληγώνει”…αυτός ήταν ο νομπελίστας ποιητής Γιώργος Σεφέρης.

Ο διπλωμάτης και ποιητής Γιώργος Σεφέρης υπήρξε ο πρώτος Έλληνας που τιμήθηκε με Νόμπελ και συγκεκριμένα με το Νόμπελ Λογοτεχνίας. Στις 10 Δεκεμβρίου 1963, στην τελετή απονομής που έγινε στη Στοκχόλμη, παρέλαβε το επίζηλο βραβείο από τον βασιλιά της Σουηδίας Γουσταύο. Στις 10 Δεκεμβρίου έγινε η τελετή απονομής των βραβείων Νόμπελ και το ίδιο βράδυ […]

Ο διπλωμάτης και ποιητής Γιώργος Σεφέρης υπήρξε ο πρώτος Έλληνας που τιμήθηκε με Νόμπελ και συγκεκριμένα με το Νόμπελ Λογοτεχνίας. Στις 10 Δεκεμβρίου 1963, στην τελετή απονομής που έγινε στη Στοκχόλμη, παρέλαβε το επίζηλο βραβείο από τον βασιλιά της Σουηδίας Γουσταύο.

Στις 10 Δεκεμβρίου έγινε η τελετή απονομής των βραβείων Νόμπελ και το ίδιο βράδυ ο Σεφέρης εκφώνησε ένα σύντομο λόγο στο δείπνο που παρατέθηκε για τους νομπελίστες στο Δημαρχείο της Στοκχόλμης, ενώ την επομένη έδωσε διάλεξη στη Σουηδική Ακαδημία. Στην ομιλία του συνόψισε τις πεποιθήσεις του για την άμεση και αδιάσπαστη συνέχεια της ελληνικής γλώσσας από την αρχαιότητα ως τη σημερινή εποχή:

«Ανήκω σε μια χώρα μικρή. Ένα πέτρινο ακρωτήρι στη Μεσόγειο, που δεν έχει άλλο αγαθό παρά τον αγώνα του λαού του, τη θάλασσα και το φως του ήλιου. Είναι μικρός ο τόπος μας, αλλά η παράδοσή του είναι τεράστια και το πράγμα που τη χαρακτηρίζει είναι ότι μας παραδόθηκε χωρίς διακοπή. Η ελληνική γλώσσα δεν έπαψε ποτέ της να μιλιέται … Άλλο χαρακτηριστικό αυτής της παράδοσης είναι η αγάπη της για την ανθρωπιά. Κανόνας της είναι η δικαιοσύνη … Πιστεύω πως τούτος ο σύγχρονος κόσμος όπου ζούμε, ο τυραννισμένος από το φόβο και την ανησυχία, τη χρειάζεται την ποίηση. Η ποίηση έχει τις ρίζες της στην ανθρώπινη ανάσα – και τι θα γινόμασταν αν η πνοή λιγόστευε; Πρέπει να αναζητήσουμε τον άνθρωπο, όπου και να βρίσκεται».

Αναφέρθηκε επίσης στην αναγκαιότητα και τη λειτουργία της ποίησης στο σύγχρονο κόσμο: «Είναι σημαντικό το ότι η Σουηδία θέλησε να τιμήσει και τούτη την ποίηση και όλη την ποίηση γενικά, ακόμη και όταν αναβρύζει ανάμεσα σ’ ένα λαό περιορισμένο. Γιατί πιστεύω πως τούτος ο σύγχρονος κόσμος όπου ζούμε, ο τυραννισμένος από το φόβο και την ανησυχία, τη χρειάζεται την ποίηση».

Ζώντας λοιπόν μόνιμα στη διάσταση αυτή μεταξύ διπλωμάτη και ποιητή («Η ανάγκη να υπηρετώ δύο κυρίους και η αποστροφή μου γενικά για την ερασιτεχνία με βασάνισαν αδιάκοπα»), ο ποιητής, δοκιμιογράφος και μεταφραστής Σεφέρης, ένας σωστός ογκόλιθος των ελληνικών γραμμάτων, καταφέρνει το αδύνατο: να τιμηθεί με Νόμπελ Λογοτεχνίας το 1963, φέρνοντας στην πατρίδα του το πρώτο βαρύτιμο βραβείο του πνεύματος.

Ο Γεώργιος Σεφεριάδης γεννιέται στη σημαδιακή ημερομηνία της 29ης Φεβρουαρίου (με το παλιό ημερολόγιο) του 1900 στη Σμύρνη, ως ο πρωτότοκος γιος του δικηγόρου, ποιητή αλλά και σημαίνοντος προσώπου της ελληνικής κοινότητας Στέλιου Σεφεριάδη και της ναξιώτισσας συζύγου του Δέσποινας Τενεκίδη.

Το 1914 μετακομίζουν στην Αθήνα, όπου θα τελειώσει ο Γεώργιος το σχολείο, χωμένος από μικρός στην τεράστια οικογενειακή βιβλιοθήκη αλλά και σε κύκλους του πνεύματος (ο πατέρας του θα γίνει λίγο αργότερα καθηγητής Διεθνούς Δικαίου στο Πανεπιστήμιο Αθηνών).

Το 1918 ο Σεφέρης τελειώνει το σχολείο και μετακινείται στο Παρίσι για να σπουδάσει νομικά στη Σορβόννη, απ’ όπου θα λάβει το 1924 τον διδακτορικό του τίτλο.

Το 1926 διορίζεται στο Υπουργείο Εξωτερικών, εγκαινιάζοντας έτσι μια λαμπρή καριέρα στο Διπλωματικό Σώμα, αλλά και μια μακρά περίοδο ξενιτιάς και νόστου, καθώς τα 25 περίπου από τα 35 χρόνια της διπλωματικής του καριέρας θα τα περάσει σε διάφορα πόστα εκτός Ελλάδας.

Ή συμβολή του στη μελέτη και την κατανόηση του Καβάφη ήταν καθοριστικότατη, καθώς όπως παρατηρεί και ο Στρατής Τσίρκας, που αφιέρωσε ένα από τα καβαφικά του βιβλία στον Σεφέρη, ήταν ο σμυρνιός ποιητής αυτός «που μας έμαθε να διαβάζουμε σωστότερα τον Καβάφη».

Ο Σεφέρης κυκλοφόρησε το σύνολο της ως τότε ποιητικής του παραγωγής φεύγοντας από την Ελλάδα το 1941, καθώς οι φλόγες του πολέμου τον έκαναν να πιστέψει πως δεν θα υπήρχε αύριο. Οι συλλογές «Ποιήματα, 1», «Τετράδιο γυμνασμάτων» και «Ημερολόγιο καταστρώματος» κυκλοφορούν ταυτοχρόνως.

Παρά τις επικρίσεις για σκοτεινή και εγκεφαλική ποίηση χωρίς συναίσθημα, οι περισσότεροι λογοτέχνες και κριτικοί συμφώνησαν από την αρχή ότι το έργο του Σεφέρη ενείχε τεράστιο συμβολικό βάρος, καθώς έστρεφε την ελληνική ποίηση από την παραδοσιακή στη μοντέρνα γραφή. Οι μοντερνιστικές ακροβασίες του Σεφέρη ανανέωσαν τα λιμνάζοντα ελληνικά ύδατα της γραφής και όπως παρατήρησε εξάλλου ο Γιώργος Θεοτοκάς, ήταν «ένας μοντερνισμός τολμηρός, αλλά που κρατούσε το νήμα της παράδοσης, με αίσθημα ευθύνης και με σεβασμό για τη γλώσσα».

Ο Σεφέρης καθιερώνεται γρήγορα στους λογοτεχνικούς κύκλους ως πολλά υποσχόμενος λογοτέχνης και όταν κυκλοφορεί το 1935 τη νέα του συλλογή «Μυθιστόρημα», όλοι χαιρετίζουν τη γέννηση του μείζονος ποιητή! Μετά τη φυγή του από την Ελλάδα το 1941 ξεκινά η γονιμότερη περίοδός του, καθώς ο διπλωμάτης δίνει συνεχώς διαλέξεις, εκδίδει τις «Δοκιμές» και το «Ημερολόγιο καταστρώματος, β’», πρωτοστατεί σε εκθέσεις και συμβάλει στη διάδοση των ελληνικών γραμμάτων στο εξωτερικό, επιμελούμενος την έκδοση των έργων του Σικελιανού και του Κάλβου στην Αίγυπτο.

Το μεταφραστικό του έργο είναι μεν μικρό σε ποσότητα, αλλά σημαντικό σε διάσταση, καθώς στη δουλειά του περιλαμβάνονται δύο έργα του κορυφαίου Τ.Σ. Έλιοτ («Έρημη Χώρα» και «Φονικό στην Εκκλησιά»), αλλά και η μεταγραφή στη νεοελληνική δύο έργων της Βίβλου («Άσμα Ασμάτων» και «Αποκάλυψη του Ιωάννη»)…

Κατά την επιστροφή του από τη Στοκχόλμη δεν βρέθηκε ούτε ένας κρατικός επίσημος ή εκπρόσωπος των λογοτεχνικών σωματείων να τον υποδεχθεί! Την επόμενη χρονιά γίνεται επίτιμος διδάκτορας της Φιλοσοφικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου αλλά και της Οξφόρδης και του Κέιμπριτζ. Την ίδια εποχή τιμάται ευρύτατα για το έργο του και αυτός αντιγυρνά τις τιμές της οικουμένης με τα υπέροχα «Τρία Κρυφά Ποιήματα» (1966). Τώρα βέβαια είμαστε στα χρόνια της Χούντας και τον κατηγορούν κάποιοι ανοιχτά για την ηθελημένη σιωπή του, καθώς ο μεγάλος μας ποιητής είχε ήδη αποφασίσει να μη δημοσιεύσει νέα εργασία του σε εφημερίδες και περιοδικά μετά την επιβολή της δικτατορίας στην Ελλάδα στις 21 Απριλίου 1967.

Τα τελευταία χρόνια της ζωής του, μετά τη συνταξιοδότησή του από το Διπλωματικό Σώμα, τα πέρασε μακριά από τη δημόσια σφαίρα, φροντίζοντας και τακτοποιώντας το έργο του. Το 1971 ο βασικότερος εκφραστής του ελληνικού μοντερνισμού εισάγεται στο νοσοκομείο για να εγχειριστεί στο λεπτό έντερο. Η επέμβαση δεν είχε επιτυχία και έπειτα από επιπλοκές, ο μεγάλος μας ποιητής άφησε την τελευταία του πνοή στις 20 Σεπτεμβρίου 1971.

Δύο μέρες αργότερα, η νεκρώσιμη ακολουθία του μετατρέπεται σε συλλαλητήριο κατά της Χούντας, με τον κόσμο να τραγουδά την απαγορευμένη σεφερική «Άρνηση» σε μουσική Μίκη Θεοδωράκη…

 

 

 

 

 

με πληροφορίες από:sansimera.gr, newsbeast.gr

GHETTO Magazine

Το Ghetto Magazine καλύπτει ό,τι είναι νέο και σημαντικό στην πόλη της Χαλκίδας αλλά και σε ολόκληρη την Εύβοια. Την κοινωνία, τους ανθρώπους της, τις τέχνες και την διασκέδαση, με πρωτοποριακό πάντα τρόπο. Όλη η πόλη σε ένα …GHETTO. Γιατί στο δικό μας ghetto χωράνε όλοι!

Best of GHETTO

Scroll to Top