Μάριος Σενδελίδης: Ο μπάρμαν που λατρεύει τα κοκτέιλ, το μπάσκετ και το ρούμι!

Ο Μάριος Σενδελίδης εργάζεται στον χώρο της εστίασης από το 2001 και μπήκε πίσω από το μπαρ το 2009. Μέσα σε μια δεκαετία, κατάφερε να γίνει ένας από τους καλύτερους bartenders στη Χαλκίδα και αν δεν έχεις δοκιμάσει ακόμα κάποιο από τα κοκτέιλ του, σίγουρα χάνεις! Θα τον βρεις στο μπαρ του Negro και θα […]

Ο Μάριος Σενδελίδης εργάζεται στον χώρο της εστίασης από το 2001 και μπήκε πίσω από το μπαρ το 2009. Μέσα σε μια δεκαετία, κατάφερε να γίνει ένας από τους καλύτερους bartenders στη Χαλκίδα και αν δεν έχεις δοκιμάσει ακόμα κάποιο από τα κοκτέιλ του, σίγουρα χάνεις!

Θα τον βρεις στο μπαρ του Negro και θα παρατηρήσεις αμέσως ότι πρόκειται για έναν πολύ ευγενικό άνθρωπο, με γνώσεις στο αντικείμενο του μπαρ, πολύ χιούμορ και σίγουρα θα τον παρακολουθήσεις με προσοχή την ώρα που κάνει τα μαγικά του και δημιουργεί ένα κοκτέιλ!

  • Η πρώτη μου δουλειά δεν είχε σχέση με το μπαρ, δούλευα σε μια πιτσαρία μαζί με τον πατέρα μου, για λίγο. Σε εκείνον μάλιστα χρωστάω τη δουλειά του μπάρμαν που κάνω σήμερα! Επειδή στο σχολείο ήμουν λίγο μπούφος και δεν διάβαζα, ο πατέρας μου πήγε και με έγραψε σε μια κρατική σχολή τουριστικών επαγγελμάτων στο Γαλαξίδι. Πήγα την πρώτη εβδομάδα και όταν γύρισα πίσω το Σαββατοκύριακο δεν ήθελα να ξαναπατήσω! Αλλά γύρισα για χάρη του πατέρα μου. Έτσι λοιπόν, από το 2001 που μπήκα στη σχολή, είμαι σε αυτή τη δουλειά, στο χώρο εστίασης γενικά, γιατί ήμασταν εσώκλειστοι στη σχολή και κάναμε και υπηρεσίες. Ο στρατός μετά από αυτό μου φάνηκε παιχνιδάκι! Ουσιαστικά το αντικείμενο ήταν ξενοδοχοϋπάλληλος και έκανα υπηρεσίες ρεσεψιόν, εστιατόριο και μπαρ, που το μπαρ μου άρεσε από τότε περισσότερο, αλλά στη σχολή ασχοληθήκαμε πιο πολύ με το εστιατόριο. Έκανα 2 τετράμηνες πρακτικές στη Χαλκιδική, σε εστιατόρια πεντάστερα και εκεί δουλεύαμε πάρα πολλές ώρες σε όλα τα πόστα. Το καλοκαίρι του 2001, γνώρισα τον άνθρωπο που εξαιτίας του ασχολήθηκα περισσότερο με το μπαρ, τον Αριστοτέλη Παπαδόπουλο, ο οποίος δούλευε στο ίδιο ξενοδοχείο, στο pool bar. Τον παρατηρούσα να δουλεύει, έκανε διάφορα κόλπα, δοκίμασα τα κοκτέιλ του και με έβαλε στο τρυπάκι να ασχοληθώ με το μπαρ. Μου έμαθε πολλά πράγματα, ταιριάξαμε και σαν παρέα γιατί μας άρεσε πολύ και στους δύο το μπάσκετ και παίζαμε όταν είχαμε χρόνο και ακόμα και σήμερα είναι δίπλα μου σε ό,τι χρειάζομαι. Σε εκείνον τα χρωστάω όλα. Παρ’ όλα αυτά, άργησα να μπω στο μπαρ, γιατί μετά τη σχολή ακολούθησε ο στρατός, έπειτα ήμουν 2 χρόνια στο εστιατόριο στο Stavento, το 2006 πήγα ξανά Χαλκιδική, μετά ξανά εστιατόριο Stavento και το 2009 στο Jam ξεκίνησα να δουλεύω μπουφέ. Εκεί έμαθα τα πάντα για τον καφέ, ήταν μεγάλο σχολείο! Άρχισα όμως να πειραματίζομαι με το μπαρ, να φτιάχνω δικές μου συνταγές κοκτέιλ και το καλοκαίρι του 2011 δούλεψα μπαρ στο Sabbia σεζόν, όπου είχε πάρα πολλή δουλειά και πήρα πολλές εμπειρίες. Στη συνέχεια, ακολούθησε σεζόν στη Μύκονο, όπου εκεί δούλεψα με έναν από τους κολλητούς μου από τη σχολή, που είναι Μυκονιάτης, τον Αντρέα τον Χατζηχρήστο. Ήμουν στο μπαρ στο “Galleraki”. Τα τελευταία 5 χρόνια, βρίσκομαι στο Negro, όπου μπορώ να πω ότι έχω κάνει τα πάντα στο μπαρ! Εγώ το ξεκίνησα από το μηδέν και μου άφησαν το ελεύθερο να κάνω ό,τι νομίζω και πιστεύω το έχω φτάσει σε ένα πολύ καλό σημείο!

Μέχρι τότε το κοκτέιλ δεν είχε μπει “σοβαρά” στη ζωή του, αφού και στην Χαλκίδα γενικά δεν είχε εξελιχθεί τόσο πολύ ακόμα…

  • Έκανα ένα ταξίδι που με επηρέασε πολύ. Πήγα στη Βαρκελώνη και εκεί είδα πάρα πολλά κοκτέιλ μπαρ, είδα πως δουλεύουν και πόσο επαγγελματίες είναι. Αυτό που μου έκανε εντύπωση, ήταν ότι δούλευαν πίσω από το μπαρ και άνθρωποι μεγάλης ηλικίας. Στο “Dry Martini”, ένα πολύ καλό κοκτέιλ μπαρ, είδα να δουλεύει μπάρμαν πάνω από 50 χρονών! Μόνο στην Ελλάδα ισχύει ότι αυτό το επάγγελμα έχει ημερομηνία λήξης. Αυτή η εμπειρία, ταυτόχρονα με το ότι είχα επηρεαστεί ήδη πολύ και από τον Αριστοτέλη τον Παπαδόπουλο, αλλά και οι πειραματισμοί που έκανα μόνος μου, με έκαναν να επικεντρωθώ στα κοκτέιλ! Παρακολούθησα λοιπόν κάποια σεμινάρια του Αριστοτέλη στην Αθήνα, στο “Baba au Rum”, μαζί με τον συνάδελφο-αδελφό, τον Βαγγέλη Αγγέλου, ο οποίος είναι και ένας από τους λόγους που ασχολούμαι ακόμα και δεν τα έχω παρατήσει, γιατί μου δίνει πολύ κουράγιο! Αφού έκανα αυτά τα σεμινάρια, μπήκα στη σχολή “Bar Accademy”, όπου εκεί είδα τα πράγματα διαφορετικά και με βοήθησε πολύ, αφού ακόμα και στην αρχή που το επίπεδο ήταν για αρχάριους, εγώ και πάλι έμαθα πράγματα! Μέχρι και τώρα, συνεχίζω να παρακολουθώ σεμινάρια, αλλά με λυπεί που κάθε φορά βλέπω τα ίδια άτομα, που υποτίθεται ότι ήδη ξέρουν πολλά! Όλοι οι υπόλοιποι που είναι; Με λυπεί επίσης που σε αυτά τα σεμινάρια δεν βλέπω επιχειρηματίες.

Η αφοσίωση του και η όρεξη για να μαθαίνει διαρκώς, δείχνουν ότι αυτή η δουλειά σημαίνει πολλά πράγματα για εκείνον και του δίνει ακόμα περισσότερα!

  • Η δουλειά αυτή μου δίνει την ευκαιρία κάθε μέρα, να ευχαριστώ τον πατέρα μου που έκανε τα χαρτιά μου για εκείνη τη σχολή, γιατί αν δεν είχε γίνει αυτό, τώρα δεν ξέρω τι μπορεί να έκανα! Μου δίνει επίσης χαρές, γιατί γνωρίζω ανθρώπους, επειδή είμαι πολύ κοινωνικός. Με λένε γκρινιάρη βέβαια, και είμαι, το παραδέχομαι, αλλά γκρινιάζω για να κερδίσω κάποια πράγματα ή όταν βλέπω κάτι στραβό. Αλλά ξέρω να λέω “μπράβο”, όταν βλέπω κάτι καλό! Είναι λοιπόν μεγάλο κεφάλαιο για ‘μένα αυτή η δουλειά. Δεν θα την άλλαζα για να κάνω κάτι άλλο! Δεν θα μπορούσα να φανταστώ ότι θα δουλεύω πρωί, δεν μου αρέσει καθόλου, θέλω μόνο βράδυ και δεν θα μπορούσα να φανταστώ τον εαυτό μου σε γραφείο, ή σε έναν χώρο κλειστό, π.χ. ένα εργοστάσιο. όχι ότι δεν θα τα κατάφερνα, γιατί δύσκολα παρατάω ό,τι ξεκινάω, αλλά δεν θα με γέμιζε. Το μπαρ είναι δημιουργία και αν το κάνεις σωστά και ασχοληθείς και με το κοκτέιλ, ουσιαστικά το μπαρ γίνεται κουζίνα, μαγειρεύεις!

Αφού λοιπόν δεν θα μπορούσε να φανταστεί τον εαυτό του σε κάποιο άλλο επάγγελμα, προφανώς τα σχέδια του για το μέλλον δεν γίνεται να μην έχουν σχέση με αυτό που αγαπάει και ξέρει να κάνει τόσο καλά….

  • Θα ήθελα κάποια στιγμή να ανοίξω ένα μικρό μαγαζάκι, το οποίο να ανήκει στην κατηγορία “speak easy”. Δηλαδή, ένα μπαράκι “κρυμμένο”, που δεν θα το ξέρει πολύς κόσμος, στο οποίο θα πίνεις το ποτό σου, θα ακούς μόνο τα σέικερ που χτυπούν τον πάγο, ψιθυριστές φωνές θα μιλούν χαμηλόφωνα και ωραίες jazz μουσικές! Θα απαγορεύεται το κάπνισμα, όχι μόνο επειδή δεν αρέσει σε ‘μένα, αλλά κυρίως γιατί όταν πας σε ένα μπαρ και έχεις την ευκαιρία να πιεις ένα καλό-καθαρό απόσταγμα ή ένα ωραίο κοκτέιλ, αν το πιεις σε έναν καθαρό χώρο, θα το εκτιμήσεις και θα το απολαύσεις καλύτερα! Ένα τέτοιο μαγαζί, που είναι και το αγαπημένο μου στην Ελλάδα, είναι το “Baba au Rum”. Είναι ένας χώρος πάρα πολύ ωραίος, ένα “ρουμάδικο” που έχει τα πάντα από ρούμι, έχει απίστευτο προσωπικό και ο ιδιοκτήτης, ο Θάνος ο Προυνάρους, είναι γνώστης και κριτής σε διαγωνισμούς, δουλεύει, το αγαπάει πολύ και ψάχνεται. Εκεί δουλεύει και ο αγαπημένος μου μπάρμαν, ο Νίκος ο Γαρτζολάκης, ο οποίος είναι απλά απίστευτος! Είναι το μαγαζί που έκανα και τα πρώτα μου σεμινάρια. Άλλο ένα μαγαζί που ξεχωρίζω, είναι το “Gin Joint”. Εκεί είναι ο Δημήτρης ο Κιάκος, ο οποίος είναι και αυτός γνώστης, δουλεύει πίσω από το μπαρ, το προσωπικό είναι εξίσου εξαιρετικό και αγαπάει αυτό που κάνει. Και τα δύο αυτά μαγαζιά, είναι σαν αυτό που ονειρεύομαι εγώ! Μικρά μαγαζάκια, ποιοτικές μουσικές, καλό ποτό, σωστό προσωπικό κλπ. Το καλύτερο βέβαια μαγαζί που έχω πάει μέχρι τώρα, είναι στη Ρώμη, όπου είχα την ευκαιρία να πάω με τον κολλητό μου τον Αντρέα που δουλεύαμε μαζί στη Μύκονο. Λέγεται “Jerry Thomas Project” και είναι ένα πολύ μικρό μαγαζί στην κατηγορία “speak easy”. Είναι κρυμμένο, δεν το βρίσκεις εύκολα και για να μπεις πρέπει να έχεις βρει την απάντηση στον γρίφο που έχει στη σελίδα του στο Internet. Γενικά γυρίζω σε μαγαζιά και βλέπω πράγματα, δοκιμάζω ποτά και κοκτέιλ. Με τον Αντρέα και τον άλλο φίλο μας, τον Νίκο τον Μαγειρόπουλο, το κάνουμε πολύ αυτό! Μου αρέσει όταν έχω χρόνο να πηγαίνω σε μπαρ και να δοκιμάζω. Τα καλύτερα ποτά τα έχω πιει μόνος μου, χαζεύοντας στο μπαρ τους άλλους που δουλεύουν. Κάθε έξοδος μου στην Αθήνα για ποτό, είναι σαν να πηγαίνω σε σεμινάριο! Παρατηρώ τα πάντα για να μαθαίνω συνέχεια!

Υπάρχει κάτι που σε ξενερώνει σε αυτή τη δουλειά;

  • Θα μπορούσα να πω ότι κάτι που με στεναχωρεί, είναι το ότι πάρα πολλοί επιχειρηματίες ανοίγουν μαγαζιά, χωρίς να έχουν γνώσεις για το αντικείμενο, χωρίς να έχουν περάσει από τον κλάδο. Στα καλύτερα μαγαζιά στην Αθήνα, και συγκεκριμένα σε αυτά που ασχολούνται με το κοκτέιλ όπως ήδη είπα, οι περισσότεροι επιχειρηματίες βρίσκονται πίσω από το μπαρ και σερβίρουν! Έχουν γνώσεις. Αυτό είναι ένα μεγάλο μειονέκτημα στο χώρο μας και όχι μόνο στη Χαλκίδα, συμβαίνει παντού. Και δεν είναι κακό να μην ξέρει ο επιχειρηματίας, αλλά τουλάχιστον θα πρέπει να βρει τους κατάλληλους ανθρώπους να τον συμβουλεύουν. Με ξενερώνει επίσης, ότι ο κόσμος δεν έχει απαιτήσεις! Και το είχα κι εγώ αυτό παλιά, όταν ας πούμε μου έφερναν λάθος καφέ, δεν θα τον άλλαζα από ντροπή και επειδή ήμουν κι εγώ στην ίδια δουλειά, αλλά το λάθος δεν έγινε επίτηδες και πρέπει να το πεις, να το ξέρει αυτός που σου έφτιαξε τον καφέ. Εγώ μπορεί να φτιάξω ένα κοκτέιλ και να μην σου αρέσει και να βλέπω το ποτήρι σου να μένει γεμάτο. Θα με πειράξει περισσότερο να μην μιλήσεις και να φύγεις δυσαρεστημένος, παρά να μ,ου πεις ότι δεν σου άρεσε και να σου φτιάξω κάτι άλλο. Έχει διαφορά βέβαια να μου πεις ότι δεν σου άρεσε επειδή είναι διαφορετικό από προηγούμενη φορά που σου είχα φτιάξει το ίδιο, με το να μην σου άρεσε επειδή δεν ταίριαξε στις δικές σου γεύσεις, αυτό δεν είναι λάθος του μπάρμαν. Γενικά όμως, πρέπει να εκπαιδεύσουμε τον κόσμο, να γίνει απαιτητικός, γιατί θα γίνουμε κι εμείς καλύτεροι στη δουλειά μας. Κάτι άλλο που με ενοχλεί, είναι όταν μου λένε “βάλε μου λίγο παραπάνω”! Αυτό δεν μου κάθεται καλά γιατί εγώ ποτέ δεν το έκανα και είναι σαν να πας σε ένα εστιατόριο, να σου φέρουν το πιάτο με το φαγητό και να πεις “βάλε μου λίγο παραπάνω φιλέτο π.χ.”! Πολύς κόσμος θεωρεί ότι όταν του βάλεις παραπάνω ποσότητα αλκοόλ, τον προσέχεις. Δεν τον προσέχεις αν του βάλεις παραπάνω, τον χαλάς! Οι μεζούρες υπάρχουν για κάποιο λόγο και εμένα όταν πάω σε ένα μαγαζί και μου βάλουν την ίδια ποσότητα που βάζουν και στον διπλανό μου, μου αρέσει! Εγώ έτσι δουλεύω και στο μαγαζί, δηλαδή την ποσότητα που θα βάλω στον πελάτη, θα βάλω και στο προσωπικό και στον ιδιοκτήτη, σε όλους! Και το δικό μου το ποτό με μεζούρα το βάζω, γιατί σέβομαι τον πελάτη. Επίσης, αν έχεις το ποτό με μεζούρα, ξέρεις και πόσο έχεις πιει. Και κυρίως στο κοκτέιλ δεν γίνεται να δουλεύεις με το μάτι, χωρίς μεζούρα, όσο καλός κι αν είσαι! Αυτό γίνεται για συντομία, αλλά το καλό το πράγμα χρειάζεται τον χρόνο του!

Η συναναστροφή και η αλληλεπίδραση με τον κόσμο πως είναι;

  • Είμαι φιλικός πολύ. Βέβαια όταν είσαι 5 χρόνια σε ένα μαγαζί, είναι λίγο διαφορετικά απ’ ότι αν είσαι λιγότερο. Έχω μάθει τον κόσμο πλέον και ο κόσμος εμένα. Σε κάποιον που θα έρθει πρώτη φορά, είμαι τυπικός και από ‘κει και πέρα βλέπω τη συμπεριφορά του και αναλόγως κινούμαι κι εγώ. Με εκνευρίζει πάντως πάρα πολύ, όταν πάω και λέω “καλησπέρα” και δεν μου απαντούν! Μπορεί, θα μου πεις, ο πελάτης  να έχει έρθει να πιει ένα ποτό και να έχει 500 προβλήματα. Τόσα έχω κι εγώ, τα κρύβω όμως γιατί δεν έχω το δικαίωμα να είμαι με τα μούτρα κάτω την ώρα που εργάζομαι, οπότε είναι εκνευριστικό να μην μου πεις μια καλησπέρα! Ζήτα μου ό,τι θες, το πιο δύσκολο κοκτέιλ, το πιο περίεργο ποτό, αλλά πες μια καλησπέρα! Με εκνευρίζει και κάτι ακόμα -γι’αυτό λέω ότι ο κόσμος χρειάζεται εκπαίδευση- όταν θέλουν ένα κοκτέιλ και μου λένε “φτιάξε ό,τι θες”! Να μου το πει κάποιος που έχει έρθει πολλές φορές και ξέρω τα γούστα του, το καταλαβαίνω. Όταν όμως έρχεται κάποιος πρώτη φορά και λέει κάτι τέτοιο, πίστεψε με είναι το πιο κουραστικό πράγμα που μπορείς να βάλεις έναν μπάρμαν να κάνει! Οι πιθανότητες να πετύχει κάτι που σου αρέσει, είναι μία στο εκατομμύριο. Οι κατάλογοι στο μαγαζί δεν είναι διακοσμητικοί! Για να βγουν έχουμε ρίξει δουλειά, έχουμε περάσει αρκετές ώρες για διαλέξουμε τις συνταγές και να τον βγάλουμε. Διαβάζοντας τον κατάλογο, δείχνεις ότι με σέβεσαι! Ακόμα κι αν δεν σου αρέσει κάτι από τον κατάλογο, μπορείς να με κατευθύνεις να βρούμε μαζί κάτι που θα σου αρέσει, αν μου πεις ότι θέλω το τάδε απόσταγμα και να είναι π.χ. γλυκό ή ξινό.

Όταν κάποιος δουλεύει τόσα χρόνια στη νύχτα, μπορεί να κρίνει αν η Χαλκίδα έχει παλμό και γενικά τι παίζει με τη νυχτερινή ζωή της πόλης…

  • Το Χειμώνα η Χαλκίδα δεν έχει παλμό, είναι πιο ήσυχα σε σχέση με το καλοκαίρι και αυτό φαίνεται ξεκάθαρα και από τον κόσμο που έρχεται από Αθήνα ή αλλού και προτιμά το καλοκαίρι. Εγώ όμως θεωρώ ότι της Χαλκίδας της πάει πολύ ο χειμώνας κι ας λένε ότι είναι καλοκαιρινή πόλη. Είναι άλλη φάση να πίνεις το ποτάκι σου στην παραλία τον χειμώνα, είναι ωραία! Το καλό και ταυτόχρονα το κακό με τη Χαλκίδα, είναι ότι βρίσκεται κοντά στην Αθήνα. Ο κόσμος πετάγεται εύκολα μέχρι την Αθήνα για ό,τι θέλει να κάνει. Αν η Χαλκίδα είχε φοιτητές, θα ήταν διαφορετικά τα πράγματα. Τα μαγαζιά τώρα, έχουν αρχίσει να βελτιώνονται στα προϊόντα, έτσι η πόλη έχει ανέβει πολύ στο θέμα κοκτέιλ. Ο κόσμος γενικά μπορώ να πω ότι κινείται με τον ίδιο τρόπο, όπως και σε άλλες πόλεις. Με χαλάει όμως πολύ που τα μαγαζιά στην πόλη δεν έχουν ταυτότητα σε όλους τους τομείς. Το πιο σημαντικό είναι η μουσική. Δύσκολα θα βρεις μαγαζί στη Χαλκίδα που να έχει ταυτότητα και αυτό είναι κάτι που λείπει!

Τα μαγαζιά της πόλης, επενδύουν στους bartenders;

  • Θα πω αρχικά για το Negro, ότι δεν μου έχει λείψει τίποτα, από εξοπλισμό μέχρι ποτά, ό,τι κι αν χρειαστώ το έχω για να μπορώ να το εξελίσσω επαγγελματικά. Με εμπιστεύονται και νομίζω τους το έχω ανταποδώσει με το αποτέλεσμα.Αλλά και στα άλλα μαγαζιά, απ’ ότι βλέπω, υπάρχει αυτό. Κι αν τα παιδιά που είναι από μέσα γίνουν πιο απαιτητικά -εδώ κολλάει και το κομμάτι της γκρίνιας- θα κερδίζουν όλο και περισσότερα πράγματα. Τίποτα δεν έρχεται μόνο του. Εγώ έχω την τύχη να ακούγεται η γκρίνια μου! Παίρνω όμως και πρωτοβουλίες. Μπορεί π.χ. να παραγγείλω κάποιο μπουκάλι ιδιαίτερο, χωρίς να ρωτήσω. Με εμπιστεύονται όμως, γιατί ξέρουν ότι δεν θα το πάρω για ‘μένα, αλλά για το μαγαζί. Θέλει όμως να προσπαθείς και μόνος σου, σκέψου στο σπίτι μου έχω εξοπλισμό μπαρ για τρία μαγαζιά και πάνω από 100 μπουκάλια κάβα!

Πλησιάζοντας στο τέλος της κουβέντας μας, παρατήρησα ότι συνεχώς μου μιλούσε για ανθρώπους που τον επηρέασαν και τον στήριξαν και λιγότερο για τον εαυτό του και όσα εκείνος έχει πετύχει!

  • Έχω συνεργαστεί με πολλούς ανθρώπους που εκτιμώ πολύ. Δεν τους ξεχνάω, είναι άνθρωποι που έχουν βάλει το λιθαράκι τους, ώστε να φτάσω εδώ που είμαι και θέλω να ξέρουν ότι δεν τους ξεχνάω! Ο Αριστοτέλης ο Παπαδόπουλος όπως ανέφερα ήδη ή ο Γιώργος ο Καραμολέγκος, ο πωλητής της Diageo, που με διάλεξε μαζί με τον Βαγγέλη για να συμμετάσχουμε σε εκπαιδευτικά σεμινάρια και έτσι ξεκίνησα να παρακολουθώ σεμινάρια. Στη συνέχεια ήρθε στην ίδια εταιρία, ένας άνθρωπος που αγαπάω πολύ και με στηρίζει, ο Γιώργος ο Γκάβαλης. Μια από τις αγαπημένες μου συνεργασίες, ήταν ο Πάνος ο Τσιριμώκος στο Negro. Ήμασταν θεωρώ το καλύτερο δίδυμο, γούσταρα πολύ να δουλεύουμε μαζί και ξενέρωσα όταν έφυγε! Το μεγάλο μου παράπονο είναι ότι δεν έχω ακόμα συνεργαστεί με τον Βαγγέλη τον Αγγέλου! Πιστεύω ότι κι αυτός νιώθει το ίδιο, το έχει παράπονο! Δεν ξέρω αν θα μας άντεχε ένα μπαρ και τους δύο, γιατί και ο Βαγγέλης έχει την ίδια “επαγγελματική γκρίνια” με ‘μένα! Ταιριάζουμε πολύ και το μέρος που θα δουλεύαμε μαζί, θα ήταν ένα μαγαζί για να πιεις με ποιότητα.

Αν η Χαλκίδα ήταν κοκτέιλ, τι θα ήταν;

  • Θα ήταν ένα zombie! Είναι ένα κοκτέιλ που μου αρέσει πολύ και έχει πολλά υλικά μέσα. Έχει ένα blend από διάφορα ρούμι, λεμόνι, lime, φρέσκα φρούτα, ανανά, passion, έχει bitter και γενικά είναι ένα κοκτέιλ που έχει πολλές παραλλαγές και από μαγαζί σε μαγαζί θα το πιεις διαφορετικά. Άρα είναι ουσιαστικά, ένα κοκτέιλ χωρίς ταυτότητα και ερχόμαστε σε αυτό που είπα, ότι τα μαγαζιά της Χαλκίδας δεν έχουν ταυτότητα! Μου έχουν πει κιόλας ότι το δικό μου zombie φημίζεται στη Χαλκίδα, δεν ξέρω γιατί! Η Χαλκίδα λοιπόν είναι ένα zombie!

Ε, μετά από αυτή τη δήλωση μπορούσαμε να κλείσουμε την κουβέντα και επιτέλους να δοκιμάσω ένα κοκτέιλ από τα χέρια του Μάριου.. φυσικά ένα zombie!

 

Φωτογραφίες: Πένη Θεοδοσίου 

GHETTO Magazine

Το Ghetto Magazine καλύπτει ό,τι είναι νέο και σημαντικό στην πόλη της Χαλκίδας αλλά και σε ολόκληρη την Εύβοια. Την κοινωνία, τους ανθρώπους της, τις τέχνες και την διασκέδαση, με πρωτοποριακό πάντα τρόπο. Όλη η πόλη σε ένα …GHETTO. Γιατί στο δικό μας ghetto χωράνε όλοι!

Best of GHETTO

Scroll to Top