Κόσμος στα αγροτικά, χιλιάδες πάνω στην παλιά γέφυρα και μία νύχτα Ιουλίου αξέχαστη

Δεκαεπτά χρόνια μετά το μεγαλύτερο ποδοσφαιρικό θαύμα σε επίπεδο εθνικών ομάδων κάθε τέτοια μέρα του χρόνου θυμίζει εκείνο το βράδυ που μπορεί να μέναμε στην Ελλάδα αλλά δέκα εκατομμύρια Έλληνες είχαν σκεπάσει τον ουρανό του Ντα Λουζ και περιμέναμε το παιχνίδι. Ο Βασίλης Ντέμης θυμάται πως έζησε την ημέρα του τελικού, τα ξέφρενα πανηγύρια στην παλιά γέφυρα και τεστάρει και τις δικές σας μνήμες. 14 χρονών τότε, από το πρωί η μέρα ήταν αφιερωμένη σε εκείνο το παιχνίδι. Κουβέντες με τον πατέρα μου για το πως θα κατεβάσει ο μεγάλος Όττο την ομάδα, ποιοι θα ξεκινήσουν και σε ποιες θέσεις θα παίξουν. Το μεσημέρι φάγαμε λίγο γιατί το βράδυο θα είχε σουβλάκια, τζατζίκι και πολλά άλλα. Ο πατέρας μου πήγε σουπερ μάρκετ για μπύρες και του είχα ζητήσει να μου αγοράσει 4 εφημερίδες ώστε να διαβάσω με αγωνία τα τελευταία νέα για τον μεγάλο τελικό. Αφού μέχρι το απόγευμα τις είχα διαβάσει όλες, η αγωνία μου είχε χτυπήσει κόκκινο και ήταν ακόμα απόγευμα. Ζήτησα από την μητέρα μου να μου δώσει να φορέσω την μπλούζα της Εθνικής, μία μπλούζα με το επίθετο του τυπάρα Γιώργου Καραγκούνη. Γύρω στις 6 πήγα στην πλατεία της Νέας Λαμψάκου, βρεθήκαμε με τους φίλους και ήμασταν όλοι ντυμένοι στα μπλε. Εκεί στην πλατεία, ξεκίνησε το pregame και φυσικά κάναμε και αναπαράσταση του παιχνιδιού. Το ματς το κάναμε μόνοι μας να πάει στην ισοπαλία και στο 2-2 μέχρι το 89′. Εκεί, στο δικό μας σενάριο, ο Ζαγοράκης σεντράρει και ο Χαριστέας με κεφαλιά θα έκανε το 3-2 και θα σηκώναμε την κούπα!! Λίγο πριν τις 7 και 30 το απόγευμα στην πλατεία του χωριού σηκώσαμε και την κούπα, έτσι θέλαμε να πιστεύουμε. Για κούπα σηκώσαμε ένα πατίνι ενός παιδιού από την παρέα. Κάπου εκεί, αγχώθηκα πολύ, καταβάθος το φοβόμασταν όλοι, φοβόμασταν πως δεν θα σηκώσουμε το κύπελλο. Φύγαμε όλοι για τα σπίτια μας με βλέματα γεμάτα υπερηφάνεια αλλά και αγωνία. Η αναμονή για να ξεκινήσει το παιχνίδι μεγάλωνε και την αγωνία. Λίγο πριν έρθουν οι οικογενειακοί μας φίλοι πήγα στο δωμάτιο μου, κλείστηκα για 5 λεπτά και έκανα κάποια ιεροτελεστικά που θεωρούσα δεδομένα ότι θα βοηθήσουν την εθνική να πάρει το τρόπαιο. Τα 5 λεπτά πριν την έναρξη του παιχνιδιού μου φάνηκαν αιώνας. Αυτό που δεν θα ξεχάσω, είναι πως ενώ όλος ο κόσμος ήταν στις αυλές, για 1-2 λεπτά πριν ξεκινήσει το παιχνίδι δεν ακουγόταν τίποτα. Μία καλοκαιρινή βραδιά Ιουλίου έξω στην αυλή και δεν άκουγες τίποτα, ούτε τις ανάσες μας. Μέχρι το σφύριγμα της έναρξης όπου ξεκίνησαν και τα πρώτα “πάμε Ελλαδάρα”. Στις 4 Ιουλίου 2004 ο Άγγελος Χαριστέας άνοιγε το σκορ στον μεγάλο τελικό του Ντα Λουζ, η εθνική κρατούσε το 1-0 μέχρι το τέλος και το έπος υπογραφόταν με τρόπο που οτιδήποτε έχει γραφτεί έκτοτε είναι μια ανούσια επανάληψη. Τι ακολούθησε; Πανικός, απίστευτα πανηγύρια και χαρά στην αυλή του σπιτιού και έξω στον δρόμο μέχρι που ένας θείος παίρνει τηλέφωνο και λέει: “Έρχομαι με το αγροτικό, φορτώνουμε τα πιτσιρίκια πίσω και πάμε Χαλκίδα, στη γέφυρα”. Ήταν σκηνικά προτώγνωρα, παντού αυτοκίνητα με σημαίες, αγροτικά γεμάτα κόσμο πίσω στην καρότσα, φωνές, κόρνες, η νύχτα μέρα. Χιλιάδες κόσμου πάνω στην γέφυρα, ούτε στιγμή δεν σκέφτηκα ότι μπορεί να πέσει. Γυρίσαμε ξημερώματα στο σπίτι, ήμουν χωρίς την μπλούζα του Καραγκούνη την οποία κάπου έχασα, και με ένα κασκόλ το οποίο δεν ήταν δικό μου… Εσύ που πανηγύριζες εκείνη τη νύχτα; Ήσουν και εσύ πάνω στην γέφυρα; Ποιό ήταν το δικό σου τρελό σκηνικό από τα πανηγύρια που δεν θα ξεχάσεις ποτέ; Γράψε το δικό σου σχόλιο για εκείνη την βραδιά στα σχόλια κάτω από το post στο facebook.

Δεκαεπτά χρόνια μετά το μεγαλύτερο ποδοσφαιρικό θαύμα σε επίπεδο εθνικών ομάδων κάθε τέτοια μέρα του χρόνου θυμίζει εκείνο το βράδυ που μπορεί να μέναμε στην Ελλάδα αλλά δέκα εκατομμύρια Έλληνες είχαν σκεπάσει τον ουρανό του Ντα Λουζ και περιμέναμε το παιχνίδι. Ο Βασίλης Ντέμης θυμάται πως έζησε την ημέρα του τελικού, τα ξέφρενα πανηγύρια στην παλιά γέφυρα και τεστάρει και τις δικές σας μνήμες.

14 χρονών τότε, από το πρωί η μέρα ήταν αφιερωμένη σε εκείνο το παιχνίδι. Κουβέντες με τον πατέρα μου για το πως θα κατεβάσει ο μεγάλος Όττο την ομάδα, ποιοι θα ξεκινήσουν και σε ποιες θέσεις θα παίξουν. Το μεσημέρι φάγαμε λίγο γιατί το βράδυο θα είχε σουβλάκια, τζατζίκι και πολλά άλλα. Ο πατέρας μου πήγε σουπερ μάρκετ για μπύρες και του είχα ζητήσει να μου αγοράσει 4 εφημερίδες ώστε να διαβάσω με αγωνία τα τελευταία νέα για τον μεγάλο τελικό. Αφού μέχρι το απόγευμα τις είχα διαβάσει όλες, η αγωνία μου είχε χτυπήσει κόκκινο και ήταν ακόμα απόγευμα. Ζήτησα από την μητέρα μου να μου δώσει να φορέσω την μπλούζα της Εθνικής, μία μπλούζα με το επίθετο του τυπάρα Γιώργου Καραγκούνη.

Γύρω στις 6 πήγα στην πλατεία της Νέας Λαμψάκου, βρεθήκαμε με τους φίλους και ήμασταν όλοι ντυμένοι στα μπλε. Εκεί στην πλατεία, ξεκίνησε το pregame και φυσικά κάναμε και αναπαράσταση του παιχνιδιού. Το ματς το κάναμε μόνοι μας να πάει στην ισοπαλία και στο 2-2 μέχρι το 89′. Εκεί, στο δικό μας σενάριο, ο Ζαγοράκης σεντράρει και ο Χαριστέας με κεφαλιά θα έκανε το 3-2 και θα σηκώναμε την κούπα!! Λίγο πριν τις 7 και 30 το απόγευμα στην πλατεία του χωριού σηκώσαμε και την κούπα, έτσι θέλαμε να πιστεύουμε. Για κούπα σηκώσαμε ένα πατίνι ενός παιδιού από την παρέα. Κάπου εκεί, αγχώθηκα πολύ, καταβάθος το φοβόμασταν όλοι, φοβόμασταν πως δεν θα σηκώσουμε το κύπελλο. Φύγαμε όλοι για τα σπίτια μας με βλέματα γεμάτα υπερηφάνεια αλλά και αγωνία.

Η αναμονή για να ξεκινήσει το παιχνίδι μεγάλωνε και την αγωνία. Λίγο πριν έρθουν οι οικογενειακοί μας φίλοι πήγα στο δωμάτιο μου, κλείστηκα για 5 λεπτά και έκανα κάποια ιεροτελεστικά που θεωρούσα δεδομένα ότι θα βοηθήσουν την εθνική να πάρει το τρόπαιο. Τα 5 λεπτά πριν την έναρξη του παιχνιδιού μου φάνηκαν αιώνας. Αυτό που δεν θα ξεχάσω, είναι πως ενώ όλος ο κόσμος ήταν στις αυλές, για 1-2 λεπτά πριν ξεκινήσει το παιχνίδι δεν ακουγόταν τίποτα. Μία καλοκαιρινή βραδιά Ιουλίου έξω στην αυλή και δεν άκουγες τίποτα, ούτε τις ανάσες μας. Μέχρι το σφύριγμα της έναρξης όπου ξεκίνησαν και τα πρώτα “πάμε Ελλαδάρα”.

Στις 4 Ιουλίου 2004 ο Άγγελος Χαριστέας άνοιγε το σκορ στον μεγάλο τελικό του Ντα Λουζ, η εθνική κρατούσε το 1-0 μέχρι το τέλος και το έπος υπογραφόταν με τρόπο που οτιδήποτε έχει γραφτεί έκτοτε είναι μια ανούσια επανάληψη. Τι ακολούθησε; Πανικός, απίστευτα πανηγύρια και χαρά στην αυλή του σπιτιού και έξω στον δρόμο μέχρι που ένας θείος παίρνει τηλέφωνο και λέει: “Έρχομαι με το αγροτικό, φορτώνουμε τα πιτσιρίκια πίσω και πάμε Χαλκίδα, στη γέφυρα”. Ήταν σκηνικά προτώγνωρα, παντού αυτοκίνητα με σημαίες, αγροτικά γεμάτα κόσμο πίσω στην καρότσα, φωνές, κόρνες, η νύχτα μέρα. Χιλιάδες κόσμου πάνω στην γέφυρα, ούτε στιγμή δεν σκέφτηκα ότι μπορεί να πέσει. Γυρίσαμε ξημερώματα στο σπίτι, ήμουν χωρίς την μπλούζα του Καραγκούνη την οποία κάπου έχασα, και με ένα κασκόλ το οποίο δεν ήταν δικό μου…

Εσύ που πανηγύριζες εκείνη τη νύχτα; Ήσουν και εσύ πάνω στην γέφυρα; Ποιό ήταν το δικό σου τρελό σκηνικό από τα πανηγύρια που δεν θα ξεχάσεις ποτέ; Γράψε το δικό σου σχόλιο για εκείνη την βραδιά στα σχόλια κάτω από το post στο facebook.

GHETTO Magazine

Το Ghetto Magazine καλύπτει ό,τι είναι νέο και σημαντικό στην πόλη της Χαλκίδας αλλά και σε ολόκληρη την Εύβοια. Την κοινωνία, τους ανθρώπους της, τις τέχνες και την διασκέδαση, με πρωτοποριακό πάντα τρόπο. Όλη η πόλη σε ένα …GHETTO. Γιατί στο δικό μας ghetto χωράνε όλοι!

Best of GHETTO

Scroll to Top